ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΤΟΥ 1857 ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ/ του Διονύση Βίτσου

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΤΟΥ 1857 ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑΝΗΣΩΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ
.

Του Διονύση Βίτσου

Πριν 163 χρόνια ο Διονύσιος Σολωμός άφηνε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στα Μουράγια, της Πόλης της Κέρκυρας. Την 21η Φεβρουαρίου 1857 (9ης Φεβρουαρίου με το παλαιό ημερολόγιο). Η κηδεία του υπήρξε πάνδημη.

«Μία θλιβερά είδησις, ένα τρομερό μήνυμα θανάτου γυρίζει από στόμα σε στόμα. Καθένας ρωτά, ξαναρωτά, επειδή κανένας δεν θέλει να πιστεύσει την μεγάλη δυστυχία˙ επειδή όλοι ελπίζουν να μάθουν ότι η τρομερή είδησις δεν είναι αληθινή. Ο Διονύσιος Σολωμός δεν είναι πλέον…Θλίψι βαθεία και ανίκητη απλώνεται εις όλαις ταις καρδίαις. Όλοι παρατούν ταις εργασίαις τους, μαζόνονται ολόγυρα εις την κατοικίαν του ποιητή˙ καθένας θέλει να τον ιδή δια την ύστερη φορά, να φιλήση εκείνο το μέτωπο εις το οποίο ήτο κρυμμένη μια τόσον λαμπρή ακτίνα Θεού, να σφίξη εκείνο το χέρι οπού έγραψε το άσμα ασμάτων της Ελλάδος, και τόσα άλλα αθάνατα ποιήματα. Η μεγάλη του ψυχή είχε αφήσει ορφανεμένο το σώμα, κ’ ένα γλυκό χαμόγελο του εστόλιζε ακόμη τα χείλη. Ο θάνατος οπού ποτέ δεν θέλει δυνηθή να σβύση το ένδοξόν του όνομα, δεν ετολμούσε ακόμη να απλώση την αχνή του σημαία επάνω εις το άψυχο πρόσωπό του»
ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ

«Λίγαις στιγμαίς προτού ο ποιητής αποθάνη, ετραγουδούσε τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν.
Ο θάνατος του Ζακύνθιου κόμη και φλογερού υμνητή της Ελληνικής Επανάστασης ήταν ημέρα θρήνου για την Κέρκυρα»
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ

«Στην Ιόνιο Βουλή στο νησί, ο προεδρεύων Ριζοσπάστης βουλευτής Αντώνιος Δάνδολος ανήγγειλε «δακρυρροών την φθάσασαν λυπηράν είδησιν του θανάτου του μεγάλου ποιητού του Ιονίου», που «εν Κερκύρα ελατρεύετο». Οι βουλευτές αποφασίζουν «να συνέλθουν μαζί και να συνοδεύσουν τον νεκρό». Ο Δήμος Κερκυραίων κηρύσσει δημόσιο πένθος και ματαιώνει προγραμματισμένες γιορτές και εκδηλώσεις. Επίσης, η Φιλαρμονική της πόλης αποφασίζει να μετάσχουν όλοι ανεξαιρέτως οι μουσικοί της στη νεκρική πομπή, τοποθετώντας «πενθηρά ενδύματα» στα τύμπανα.« Η Κέρκυρα ήτις τον εθεώρησε ως υιόν» και «την οποία εκείνος ηγάπησεν ουχ’ ήττον ή την ιδίαν αυτού Ζάκυνθον»
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ

«Η πικρά αγγελία του θανάτου έβαλε εις μεγίστην κίνησιν όλην την Κέρκυραν. Το πλήθος του λαού πάσης τάξεως συνέτρεχεν εις τον οίκον του, όπου έκειτο το κρινοειδές λείψανόν του και όλοι του κατησπάζοντο τας χείρας, τους πόδας και την εστεμμένην του κεφαλήν από δάφνας. Το φέρετρόν του ήτο περικυκλωμένον από ταινίας υφασμάτων αργυρών και χρυσών και κεκοσμημένων δια του παρασήμου του Χρυσού Σταυρού του Σωτήρος».
ΑΓΓΕΛΟΣ ΖΗΚΟΣ

«Ενθυμούμαι ζωηρώς την κηδείαν εκείνην του πρεσβύτου (…), τα πλήθη των αστών και τας γραφικάς ενδυμασίας των αγροτών. Αληθινά δεν εκηδεύετο την ημέραν εκείνην ο κόμης˙ η νήσος όλη, αντιπροσωπεύουσα τους απανταχού Έλληνας, προέπεμπεν εις τον τάφον τον ποιητήν».
ΣΠΥΡΟΣ ΛΑΜΠΡΟΣ

«Του έγινε μία λαμπρά παράταξις: ήτο το φλάμπουρον της Μητροπόλεως, ακολούθως οι νέοι του Πανεπιστημίου, όπου εις τα άκρα ήσαν νέοι μαυροφορεμένοι βαστώντες λαμπάδες, εις το μέσον η Φιλαρμονική Μουσική παιανίζουσα διάφορα λυπητερά τεμάχια, όπισθεν οι ιερείς, καθώς και ο Αρχιερεύς Αθανάσιος Πολίτης. Μετά ταύτα, τινές ιερείς χωρίς ιερά, ακολούθως νέος τις βαστών επί τινος προσκεφάλου κάτι και ακολούθως το φέρετρον του τεθνεώτος όπου η λάρναξ έξωθεν ήτο κεκαλυμμένη με μόλυβδον (…). Και έκαμαν τον γύρον από τα τείχη, το μέρος του Αγίου -όπου επερνούσε οι κώδωνες των Εκκλησιών εσήμαιναν νεκρά-, το μέρος του Μάστρακα και τέλος, εντός της εκκλησίας της Μητροπόλεως, όπου ήσαν χωροφύλακες εις τας θύρας της Εκκλησίας δια την ησυχίαν (…). Τον απέρασαν από την Σπηλιά, το μέρος του Αγίου Αντωνίου -όπου οι κώδωνες, καθώς και της λατινικής εκκλησίας του San Francesco εσήμαιναν νεκρά-, τα εμπορικά καταστήματα, την πλατείαν, την οδόν των Υδάτων -και πάλιν αι δύο Εκκλησίαι Duomo και Annunziata εσήμαιναν-, την Βασιλικήν Πύλην και τέλος εις το Κοιμητήριον. [Συμμετείχαν στη νεκρική πομπή] όλοι οι Γερουσιασταί, όλοι οι Βουλευταί, οι Ιππόται, μερικοί Άγγλοι, οι Πρόξενοι των διαφόρων Δυνάμεων, όλοι εν γένει οι Υπάλληλοι και Επαγγελματικοί παντός βαθμού και τάξεως».
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ

«Δώδεκα νέοι αυτοκάλεστοι, άλλοι εγκάρδιοι φίλοι του, άλλοι απλώς γνώριμοί του, εβαστούσαν, διαδεχόμενοι την πολυστέναχτη τιμή, το φέρετρο, κι εκρατούσαν τες πτέρυγες του μαύρου νεκρικού καλύμματος έξι σεβάσμιοι γέροντες, έως το κοιμητήρι των ορθοδόξων. Η γενική σιγή ενώ το ξόδι εδιάβαινε τα πολυανθρωπότερα μέρη της πόλης, και η σοβαρή λύπη εις όλα τα πρόσωπα, έδειχναν ότι σ’ εκείνη τη στιγμή όλος ο λαός συνέπνεεν εις ένα μόνον θεάρεστον αίσθημα, και ότι, επιδεχτικός του πλέον υψηλού ενθουσιασμού, επροσκυνούσε το μεγαλείον του νοός και της αρετής».
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ

Στην πρόσοψη του σπιτιού επί της οδού Αρσενίου στα Μουράγια της πόλης, όπου έζησε για περίπου 25 χρόνια και πέθανε ο ποιητής ο Δήμος Κερκυραίων εντοίχισε αργότερα την ακόλουθη επιγραφή: «Εν τη οικία ταύτη το 1857 απέθανεν ο εν Ζακύνθω μεν γεννηθείς, την δε Κέρκυραν ως ετέραν αυτού πατρίδα αγαπήσας και επί μακρόν εν ταύτη διατρίψας εθνικός ποιητής και της Ελευθερίας υμνητής Διονύσιος Σολωμός».

Είκοσι ημέρες νωρίτερα στην Αθήνα, στο περιοδικό «Πανδώρα», με τη συγκατάθεσή του είχαν δει το φως της δημοσιότητας οι στίχοι του «Άδη μαύρε, χαιρετώ σε!»

Ο Ποιητής ενταφιάστηκε στο Νεκροταφείο της Γαρίτσας. Στα 1865 ο αδελφός του Δημήτριος μετέφερε τα οστά του στη γενέτειρα του στη Ζάκυνθο. Ο τάφος του Ποιητή διατηρείται στο πρώτο Νεκροταφείο Κερκύρας ως κενοτάφιο.

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο τάφος του Δ.Σολωμού στο Μαυσωλείο Σολωμού και Κάλβου, στο ισόγειο του Μουσείου Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων, στην Ζάκυνθο.]