Εργασιακές σχέσεις: Μία χρήσιμη συζήτηση

Γράφουν ο Γιάννης Ζωγόπουλος και η Ειρήνη Πυλαρινού

Την Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου, διεξήχθη στη Βουλή συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών κομμάτων, με αντικείμενο την κατάσταση στην αγορά εργασίας. Από τη συζήτηση καταγράφηκαν με σαφήνεια οι δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στο ζήτημα: της κυβέρνησης (ισχυρές επιχειρήσεις σε απορρυθμισμένη αγορά), και της αντιπολίτευσης (ανάπτυξη με στήριξη της αγοράς εργασίας και τον εργαζόμενο στο επίκεντρο).

Το κυβερνητικό «έργο»

Μέσα σε μόλις επτά μήνες, η νέα κυβέρνηση υλοποίησε μια σειρά μέτρων που πλήττουν άμεσα τα εργασιακά δικαιώματα και απειλούν να επαναφέρουν τους εργαζόμενους στον μεσαίωνα των μνημονίων. Η αρχή έγινε με την υποβάθμιση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) από αυτόνομη αρχή σε γενική διεύθυνση του υπουργείου Εργασίας, και την επακόλουθη αλλαγή του ύψους και του τρόπου υπολογισμού των προστίμων που αυτό επιβάλει. Συγκεκριμένα, το ανώτατο ύψος προστίμου μειώθηκε από 50.000 σε 8.000 Ε, οι παραβάσεις για αδήλωτη υπερωρία τιμωρούνται πλέον με 1.000 Ε αντί για 10-15.000 Ε, ενώ καταργήθηκε η αναλογικότητα των προστίμων ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης και ο διπλασιασμός τους σε περίπτωση συστηματικών και συνεχών παραβάσεων (μέγιστη προσαύξηση 20%). Ταυτόχρονα, όλες οι εκκρεμείς παλαιότερες υποθέσεις υπήχθησαν στο νέο, ευνοϊκότερο για τις επιχειρήσεις καθεστώς.
Τον προηγούμενο Αύγουστο, με μεταμεσονύκτια τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο, καταργήθηκαν δύο σημαντικές ρυθμίσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Η πρώτη όριζε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται έγκυρη, μόνο αν οφείλεται σε βάσιμο λόγο, τον οποίο ο εργοδότης οφείλει όχι μόνο να επικαλείται αλλά και να αποδεικνύει. Έτσι η απόλυση ξαναέγινε πράξη αναιτιολόγητη και η εργοδοτική αυθαιρεσία δικαιολογημένη. Η δεύτερη θέσπιζε την κοινή και αλληλέγγυα ευθύνη του αναθέτοντος ένα έργο και του εργολάβου (καθώς και του υπεργολάβου) έναντι των εργαζομένων. Η διάταξη, αποσκοπώντας να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα ασυδοσίας σε βάρος των εργολαβικών εργαζόμενων, τους έδινε τη δυνατότητα να διεκδικήσουν απλήρωτες αμοιβές και άλλες αξιώσεις όχι μόνο από τον εμφανιζόμενο ως άμεσο εργοδότη τους αλλά και από τον κύριο του έργου.
Ακολούθησε το «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο, με το οποίο η κυβέρνηση αποδιάρθρωσε εκ νέου το πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων (μέρος του είχε επαναφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ τον Αύγουστο του 2018). Πρώτα καταργήθηκε η βασική αρχή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ), η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης (είχε ανασταλεί το 2011 και επανήλθε το 2018). Αυτή καθορίζει ότι αν μια σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ΣΣΕ (εθνική, κλαδική, επιχειρησιακή), εφαρμόζεται εκείνη που περιέχει ευνοϊκότερους όρους αμοιβής και εργασίας για τον εργαζόμενο. Με μια σειρά εξαιρέσεων, περιορισμών και ειδικών όρων, αποδυναμώθηκε εντελώς αυτή η ευνοϊκή για τους εργαζόμενους ρύθμιση.
Στη συνέχεια καταργήθηκε ουσιαστικά η αρχή της επεκτασιμότητας των ΣΣΕ (είχε ανασταλεί το 2011 και επανήλθε το 2018). Σύμφωνα με αυτήν ο υπουργός Εργασίας κήρυσσε γενικά υποχρεωτική μια ΣΣΕ, ώστε αυτή να ισχύει για όλους τους εργαζόμενους ενός κλάδου ή επαγγέλματος, αν αυτή δέσμευε ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων αυτού του κλάδου ή επαγγέλματος. Με τις νέες ρυθμίσεις του «αναπτυξιακού» νομοσχεδίου η επέκταση μιας κλαδικής ΣΣΕ γίνεται εξαιρετικά δύσκολη αφού θα πρέπει να υπάρχει «τεκμηρίωση της αναγκαιότητας επέκτασης», και θεσπίζονται πολλές εξαιρέσεις.
Επίσης, με τον “αναπτυξιακό” νόμο, η κυβέρνηση έθεσε περιορισμούς που ουσιαστικά καταργούν το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής των εργαζομένων στη διαιτησία. Με τη νέα ρύθμιση του «αναπτυξιακού» αν π.χ. εργαζόμενοι καταφύγουν στη διαιτησία για υπογραφή συλλογικής σύμβασης, οι εργοδότες δεν έχουν παρά να αρνηθούν τη συμμετοχή τους και τα πράγματα θα τελειώνουν εκεί, χωρίς καμία άλλη επιλογή για τους εργαζόμενους. Η αδυναμία μονομερούς προσφυγής ανατρέπει πλήρως τον μηχανισμό επίλυσης των συλλογικών διαφορών.
Επιπλέον, καταργήθηκε η υποχρέωση του εργοδότη να ασφαλίζει εργαζόμενο που απασχολούσε παράνομα αναδρομικά για τρεις μήνες από την ημερομηνία διαπίστωσης της παράβασης. Αυτό σημαίνει κλοπή ενσήμων τριών μηνών από τον εργαζόμενο, και προτροπή των επιχειρήσεων στην παρανομία, αφού αν διαπιστωθεί η παράβαση και η επιχείρηση προσλάβει στη συνέχεια νόμιμα τον εργαζόμενο, δεν επιβάλλεται σε βάρος της κάποια ιδιαίτερα βαριά ποινή ή πρόστιμο.

Κατώτατος μισθός
Σήμερα η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που ο κατώτατος μισθός το 2020 είναι χαμηλότερος από αυτόν του 2010. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε πρόταση νόμου για την αύξηση του κατώτατου μισθού, που προβλέπει αύξηση κατά 7,5% το 2020 (698 Ε) και 7,5% το 2021 (751 Ε). Οι προβλέψεις της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνουν την αποκατάσταση των απωλειών που υπέστησαν οι εργαζόμενοι στους μισθούς τους την περίοδο 2010-2014, όταν εξανεμίστηκαν με μία απλή υπουργική απόφαση.
Η κυβέρνηση φαίνεται να υποχωρεί ακόμα και από τις προεκλογικές εξαγγελίες της για ανεπαρκή αύξησή του (διπλάσια του ποσοστού ανάπτυξης). Αναζήτησε σωσίβιο στην αρμόδια επιτροπή του υπουργείου Εργασίας, που θα πρέπει να ξεκινήσει διαβουλεύσεις το επόμενο διάστημα, ο πρωθυπουργός παρέπεμψε στον Ιούνιο και ο ΣΕΒ προσέτρεξε να δώσει χείρα βοηθείας, επικαλούμενος δήθεν στοιχεία «επιβράδυνσης της απασχόλησης» μετά τις αυξήσεις του 2019. Όμως η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού είναι το ελάχιστο που οφείλει να πράξει η κυβέρνηση, προκειμένου να ενισχύσει τη συντριπτική πλειοψηφία των χαμηλά αμειβόμενων εργαζομένων.
Συμπεράσματα
Η πολιτική της κυβέρνησης αναδεικνύεται ως αδιάφορη και εκδικητική προς τους εργαζόμενους. Το γεγονός, δε, ότι το σύνολο των αντεργατικών αυτών ρυθμίσεων περιλαμβάνεται σε «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο μαρτυρά με τον πλέον σαφή τρόπο την αντίληψη της Ν.Δ. για την ανάπτυξη, μια παρωχημένη αντίληψη οδοστρωτήρα για μισθούς και εργασιακά δικαιώματα. Θεμελιώδεις ρυθμίσεις υπέρ των εργαζομένων που θεσπίστηκαν από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ καταργούνται και δημιουργείται ένας μηχανισμός συμπίεσης μισθών και εργατικών δικαιωμάτων.
Η κυβέρνηση του «νόμου και της τάξης» δεν θεωρεί τόσο σοβαρό ζήτημα τις παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας. Η πολιτική της έχει δώσει ένα γενικευμένο σήμα αυθαιρεσίας στην αγορά εργασίας, που οι μεγάλες επιχειρήσεις, τις οποίες κυρίως αφορά, το έχουν ήδη λάβει και ενεργούν ανάλογα. Εφαρμόζει μέτρα αντεργατικά, ταξικά σκληρά, μεροληπτικά υπέρ των λίγων και εναντίον των πολλών, μέτρα που διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες. Μας επαναφέρουν στις μνημονιακές εποχές, χωρίς όμως να αποτελούν δεσμεύσεις των μνημονίων και απαιτήσεις των δανειστών, αλλά συνειδητή επιλογή, νεοφιλελεύθερης κοπής της ΝΔ, η οποία παραμένει απόλυτα συνεπής, αμετακίνητη στις θέσεις της υπέρ των επιχειρηματικών συμφερόντων. Υποσχέθηκε προεκλογικά να κινηθεί σαν «οδοστρωτήρας» στα εργασιακά, παρόλο που προσπάθησε επικοινωνιακά να το κρύψει, και αυτό προσπαθεί να επιτύχει.

Ο Γιάννης Ζωγόπουλος και η Ειρήνη Πυλαρινού είναι μέλη του ΣΥΡΙΖΑ Ζακύνθου

photo: newpost.gr



Τελευταία άρθρα