Κάποτε, κάποια εποχή

Εκείνο τον παλιό καιρό, και που υπήρχε πείνα,
τση μάνα γης τα χώματα, τα σκάφτανε με αξίνα.

Δουλειά σκληρή, απάνθρωπη, φθηνό το μεροδούλι,
ψωμί και λίγα όσπρια, το κέρδος στο σακούλι.

Ένας εργάτης νεαρός, είχε πολλά στο νου του,
όσα μαζί με τη σκιά, ο όγκος του βουνού του.

Κάθε αξινιά σκεφτότανε… πλησιάζει καρναβάλι,
λεφτά για τη διασκέδαση, στην άκρη πως να βάλει;

Τη σκέψη του συνέχεια, του την τραβάνε οι βέστες,
αποκομμένος στο χωριό, και πως να πάει τσι φιέστες;

Να συναντήσει μάσκαρες, να πιάσει, να χορέψει,
και μες τη στρίμα τση αγκαλιάς, να σφίξει να χαϊδέψει.

Το άγνωστο τση μάσκαρας, τον ζει, τον συνεπαίρνει,
ότι κι αν κρύβει τον τραβά, χίλια στο νου του φέρνει.

Μα όλα του είναι εμπόδιο, η αξίνα, το χωράφι,
τα κούτσουρα, τα κλίματα, και οι χωσμένοι τράφοι.

Η σκέψη που είχε τόλμημα, του ήρθε αργά το βράδυ,
και στο καντήλι απ’ το νερό, πιο ελαφρύ το λάδι.

Ήθελε θάρρος να γενεί… και κόπο το βαρέλι,
για να γιομίσει μόχθησαν, με το κατσουρουδέλι.

Όμως τη μάχη κέρδισε, η μάσκα… το βελέσι,
το καρναβάλι, ο χορός, το κόρτε που του αρέσει.

Απ’ το βαρέλι τράβηξε, λάδι δύο ντενεκέδες,
μα η ενοχή τον φόρτωσε, τσιγάρο και καφέδες.

Νερό το απογιόμισε, κι ούλα γινήκαν βράδυ,
σ’ ίδια μεριά η στάθμη του, κι ο γέρος θα ‘βρει λάδι.

Ήρθε η ώρα και η στιγμή, όμως για να πουλήσει,
το κόστος του Χειμώνα του, το είχε εξασφαλίσει.

Μα ευτυχώς δεν έφτασε, στην κάτω τη μερία,
του γιου του… ούλα τα ‘φαγε, μια μάσκαρα Μαρία.

Θα ‘ρθει και κείνη η ώρα του, νερό που θα τραβήξει,
και τι φουρτούνες θα ‘ρθουνε… κάποια στιγμή θα δείξει.

Τι φταίει όμως ο γιόκας του, που ρχόταν καρναβάλι;
αν τον ρωτήστε να σας πει, θα το ‘κανε και πάλι!!!

photo: depositphotos.com



Τελευταία άρθρα