Απλή αναλογική και απλή λογική

Γράφει ο Δημήτρης Κυριακόπουλος

Στη συνέχεια της λαμπρής παράδοσης των άδικων συστημάτων της μεταπολίτευσης, ψηφίστηκε στη Βουλή ο νέος εκλογικός νόμος, με τις ψήφους της ΝΔ και της Ελληνικής Λύσης. Πρόκειται για μια ακόμη προσπάθεια τεχνητής διαστρέβλωσης της λαϊκής ετυμηγορίας, μέσα από την ανάδειξη μονοκομματικών κυβερνήσεων μειοψηφίας που στηρίζονται σε επίπλαστες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

Δημοκρατική τομή
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προώθησε μια σειρά θεσμικές μεταβολές, ανεξάρτητα από κομματικούς τακτικισμούς, με στόχο τη συνολική αναβάθμιση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πρόκειται για την ψήφιση της απλής αναλογικής (Ν 4406/2016), σε συνδυασμό με την παροχή ψήφου στους δεκαεπτάχρονους, την κατάτμηση των μεγάλων εκλογικών περιφερειών, και την ολοκλήρωση σχεδίου νόμου για την παροχή ψήφου στους αποδήμους. Ειδικότερα, ο χρόνος ψήφισης του νόμου, στην αρχή της δεύτερης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, φανέρωνε την απουσία μικροπολιτικών υπολογισμών, και την ειλικρινή πρόθεση σεβασμού της ισοτιμίας της ψήφου των πολιτών.
Η απλή αναλογική υλοποιεί πλήρως (με την εξαίρεση του ορίου 3%) τη συνταγματική επιταγή για ισοδυναμία της ψήφου, ενισχύει την ελεύθερη, θετική έκφραση των πολιτικών επιλογών σε αντίθεση με τον εξαναγκασμό της επιλογής του «μικρότερου κακού», ευνοεί τον διάλογο και τις προγραμματικές συγκλίσεις, καθιστά δυσχερέστατη την τεχνητή παντοδυναμία ενός κόμματος. Σε μεγάλο βαθμό, διασφαλίζει τη διαφάνεια και αντιμετωπίζει τις παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος, την φαυλότητα, το ρουσφέτι, τη διαπλοκή.
Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες του ΣΥΡΙΖΑ είχαν στόχο τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος, την προσαρμογή του στα πρότυπα της Δυτικής Ευρώπης, όπου κυριαρχούν τα αναλογικά εκλογικά συστήματα. Διότι η απλή αναλογική δεν παράγει αποσταθεροποίηση και ακυβερνησία, όπως μας βομβαρδίζει αδιάκοπα η προπαγάνδα αυτών που με μονοκομματικές κυβερνήσεις κατέστρεψαν τη χώρα, αλλά συναίνεση, συνέπεια και πολιτική σοβαρότητα. Ο τόπος μας χρειάζεται κυβερνήσεις έντιμες, σταθερές στις θέσεις τους και συνεπείς με το πρόγραμμά τους. Και η απλή αναλογική έχει την ιδιότητα να επηρεάζει θετικά τους πολιτικούς συσχετισμούς, τη συμπεριφορά των κομμάτων, αλλά και τη στάση των ψηφοφόρων.

Μικροπολιτική αλλαγή
Οι συντηρητικές δυνάμεις γενικά και ειδικότερα η ΝΔ, παραμένουν σταθερά προσκολλημένες στο παρελθόν, συνεπείς στον στρατηγικό τους στόχο, τον ολοκληρωτικό έλεγχο του κράτους από τα κομματικά φέουδα, και την αυτοδύναμη αλαζονεία της εξουσίας. Μετά την κατάργηση της απλής αναλογικής στην τοπική αυτοδιοίκηση, η ΝΔ προχώρησε άμεσα στην ψήφιση νέου νόμου, ο οποίος, εκτός από την δεδομένη περιφρόνηση προς τη λαϊκή βούληση, μπορεί να δημιουργήσει πολιτικά ανώμαλες καταστάσεις.
Ο νέος εκλογικός νόμος έχει ως επίκεντρο ένα ιδιότυπο δώρο (bonus) υπέρ του πρώτου κόμματος, που θα εκκινεί από τις 20 έδρες, για ποσοστό 25%, και θα αυξάνει κλιμακωτά (μία έδρα κάθε 0,5%) μέχρι τις 50 έδρες. Επειδή το πρώτο κόμμα κερδίζει, μόνο αυτό, έδρες και από το ποσοστό των ψήφων που δεν εκπροσωπούνται στη Βουλή, το σύστημα του διασφαλίζει αυτοδυναμία με ποσοστό γύρω στο 36-38% των ψήφων. Αν λοιπόν ένα κόμμα με ποσοστό 36% (και 15% εκτός Βουλής) λάβει 151 έδρες, τότε το δεύτερο κόμμα με ποσοστό 32% δεν μπορεί να κυβερνήσει σε συνεργασία με το τρίτο, που έστω έλαβε 13%, αφού θα συγκεντρώνουν μόνο 116 έδρες (258Χ45%).
Ακόμη χειρότερα, η πριμοδότηση με 30 έδρες ενός κόμματος που έλαβε 30%, έναντι του δευτέρου κόμματος που έλαβε 29%, ίσως αποβεί μοιραία για τον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης. Με το 8% των ψήφων εκτός Βουλής, όπως στις τελευταίες εκλογές, το πρώτο κόμμα θα λάβει 118 έδρες ενώ το δεύτερο 78 (270Χ29%). Αν το δεύτερο κόμμα συμφωνήσει κατά τις διερευνητικές εντολές με το τρίτο, που έλαβε 25% και 68 έδρες (270Χ25%), τότε τα δύο αυτά κόμματα με ποσοστό 54% (29+25) δεν μπορούν να κυβερνήσουν αφού θα διαθέτουν μόνο 146 έδρες (78+68).
Επαναλαμβάνεται επίσης η εξαιρετικά δυσμενής μεταχείριση των συνασπισμών, σε σχέση με τα «αυτοτελή» κόμματα. Για να λάβει ένας συνασπισμός που πρωτεύει το bonus, πρέπει ο μέσος όρος των συμμετεχόντων κομμάτων να υπερβαίνει το ποσοστό του δεύτερου αυτοτελούς κόμματος. Αυτό πρακτικά ισοδυναμεί με αποκλεισμό του συνασπισμού καθώς αν π.χ. κέρδιζε το 51% θα έπαιρνε λιγότερες έδρες από ένα «αυτοτελές» κόμμα με 27%.

Διαφορά αντίληψης
Το εκλογικό σύστημα είναι σημαντικό κριτήριο για την αξιολόγηση της γνησιότητας της αντιπροσώπευσης και, σε τελευταία ανάλυση, της ποιότητας της σύγχρονης συνταγματικής Δημοκρατίας. Αυτή η ποιότητα υποβαθμίζεται όταν η βούληση των πολιτών υποτάσσεται στην προκρούστεια κλίνη της κυβερνητικής σταθερότητας.
Ο νέος εκλογικός νόμος συνιστά μια (ακόμη) αντισυνταγματική και αντιδημοκρατική επιλογή, η οποία όχι μόνον δεν αποπνέει οποιαδήποτε διάθεση για συναινέσεις, διαψεύδοντας πλήρως το προεκλογικό επικοινωνιακό αφήγημα της ΝΔ, αλλά και πλήττει το κύρος των θεσμών, υποτάσσοντάς τους, κατά τρόπο κυνικό και αδίστακτο, σε μικροκομματικές σκοπιμότητες. Αυτές ομολογούνται απροκάλυπτα με την απαράδεκτη θεσμικά δήλωση ότι η ΝΔ θα προκαλέσει διπλές εκλογές, για να «κάψει» την απλή αναλογική.
Οι οπαδοί της κανονικότητας δεν διστάζουν να αυτοδιαψευσθούν (είναι οι ίδιοι που κηρύττουν την ανάγκη κυβερνητικής σταθερότητας και αποφυγή πρόωρων εκλογών για να μην διαταράσσεται η οικονομία) προκειμένου να προσαρμόσουν την πολιτική ζωή στο βραχυπρόθεσμο, όπως το φαντάζονται, μικροκομματικό τους συμφέρον. Εκφυλίζουν την εκλογική διαδικασία, αφού θα ψηφίσουμε, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς τους, όχι για να εκλέξουμε το Κοινοβούλιο, αλλά με μοναδικό σκοπό την ακύρωση ενός προοδευτικού εκλογικού νόμου, πριν αυτός δοκιμαστεί.
Αντί να συνεισφέρουν δημιουργικά στη βελτίωση της απλής αναλογικής, αν η εφαρμογή της δημιουργεί κυβερνητικά αδιέξοδα, οι οπαδοί της κυβερνησιμότητας αγωνίζονται λυσσαλέα για να την καταργήσουν. Όμως η απλή αναλογική είναι μια κατάκτηση που αφορά το βαθύτερο περιεχόμενο της δημοκρατίας μας, και οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν χρέος να την υπερασπιστούν.

Ο Δημήτρης Κυριακόπουλος είναι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ Ζακύνθου

photo: livejournal