Διδάγματα του ιστορικού παρελθόντος για τη σύγχρονη ελληνική διπλωματία

Του Διονύση Τσιριγώτη

Στην πρόσφατη συνάντηση του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τράμπ με τον Έλληνα πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη στο Λευκό Οίκο, αναδείχθηκαν οι κεντρικές αρχές της διπλωματικής πράξης –μετριοπάθεια, αβρότητα, αυτοσυγκράτηση – γεννώντας προσδοκίες για τη γεωπολιτική αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου της Ελλάδας, σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, εάν και τέθηκαν τα ουσιώδη ζητήματα που συνέχονται με την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, καθιστώντας εναργές «στην αμερικανική πλευρά ότι δεν θα δείξουμε καμιά ανοχή σε παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων» και προδηλώθηκε η πίστη-νομιμοφροσύνη της Αθήνας στις ΗΠΑ- ΝΑΤΟ:
«[…] είμαστε σύμμαχοι με τις ΗΠΑ. Στεκόμαστε στο πλευρό των συμμάχων μας σε δύσκολες περιόδους. Καταλαβαίνω πως η συγκεκριμένη απόφαση ελήφθη λαμβάνοντας υπόψη το εθνικό συμφέρον των ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, πρέπει να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι υπάρχουν ευρείες ανησυχίες για πιθανή κλιμάκωση και πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες ώστε να γίνουν κινήσεις που θα αποκλιμακώσουν την ένταση. Είχαμε και ακόμα έχουμε πολύ στενούς δεσμούς με τον Αραβικό κόσμο και θεωρούμε τους εαυτούς τίμιους παίχτες στην περιοχή, αλλά δεν ξεχνάμε ποιοι είναι οι σύμμαχοί μας και πού ανήκουμε γεωπολιτικά», δεν δύναται να παροραθεί, η επιτήδεια ουδετερότητα του Προέδρου Τράμπ στα ελληνοτουρκικά, καταλήγοντας στη διαπίστωση ότι: «Η φιλία και η συμμαχία που έχει ο Αμερικανός πρόεδρος με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όχι μόνο παραμένει αλλά, λόγω και της κρίσης στις σχέσεις με το Ιράν, αναβαθμίστηκε».
Συνακόλουθα, η προσφυγή σε μία εκ των κεντρικών αρχών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, στην μονομερή πολιτικοστρατηγική εξάρτηση από τη Δύση, απότοκη της χωρογεωγραφικής θέσης της χώρας, των περιορισμένων συντελεστών της εθνικής της ισχύος, των διαμορφωμένων σφαιρών επιρροής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (συμφωνία ποσοστών Τσώρτσιλ-Στάλιν για το διαμοιρασμό των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής) και των εξωτερικών απειλών, περιορίζει το μέτρο αποτελεσματικότητάς της, στο βαθμό που δεν λαμβάνεται υπόψιν η διττή αναγκαιότητα της παράλληλης εκπλήρωσης των διεθνών υποχρεώσεων της Ελλάδας και της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων που απορρέουν από την οργανική της ένταξη στο Βορειοατλαντικό σύμφωνο. Γιατί όπως χαρακτηριστικά διαγιγνώσκει ο Γεώργιος Παπανδρέου εν έτει 1963:
«Η ιστορία και η γεωγραφία τοποθετούν την Ελλάδα στον ελεύθερο κόσμο. Δια τούτο μετέχουμε εις την αμυντικήν Ατλαντικήν Συμμαχία. Εντός της Συμμαχίας επιτελούμε όλες τις υποχρεώσεις μας, αλλά διεκδικούμε επίσης, όλα τα δικαιώματα. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ συμμάχων και δορυφόρων».
Ποια είναι όμως τα διαμορφωτικά κριτήρια μια λυσιτελούς διπλωματικής πράξης για την προάσπιση-προαγωγή των εθνικών συμφερόντων και πως πραγματώνονται στη γεωστρατηγική-γεωπολιτική σκακιέρα της διεθνούς πολιτικής;

Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα δύναται να δοθεί μέσα από την αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή της ιστορικής εμπειρίας και συγκεκριμένα αναδιφώντας στις ένδοξες ημέρες της ελληνικής διπλωματίας, όταν πριν από έναν αιώνα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προήγαγε τα εθνικά συμφέροντα στο Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων, με αντικειμενικό στόχο τη δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών Ως ομοτράπεζος των νικητριών δυνάμεων της Ανταντ, καλείται να συνδιαλλαγεί με τους ταγούς της διεθνούς διπλωματίας –τον Αμερικανό πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον, τον Βρετανό πρωθυπουργό Λόυντ Τζωρτζ, και τον Γάλλο πρωθυπουργό Ζωρζ Κλεμανσώ– για την πραγμάτωση της εδαφικής ολοκλήρωσης του Ελληνικού Έθνους (Μεγάλη Ιδέα). Υιοθετώντας την αρχή της αρμονικής δράσης και συνεργασίας, προβάλλει την Ελλάδα, ως θεματοφύλακα των στρατηγικών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων (ιδίως της Βρετανίας) στην Εγγύς- Μέση Ανατολή, για να επιτύχει την εθνική ολοκλήρωση.
Στις 6 Ιανουαρίου του 1919, ο Βενιζέλος υποβάλει στο συμβούλιο της Διάσκεψης των Παρισίων, το επίσημο υπόμνημα (το οποίο ο ίδιος συνέταξε) για τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις και εν συνεχεία (22 Ιανουαρίου του 1919) αναπτύσσει προφορικά τα επιχειρήματα της Αθήνας για τις επιζητούμενες εδαφικές περιοχές, με αξονικό κριτήριο την αρχή των εθνοτήτων (το δωδέκατο από τα δεκατέσσερα σημεία που διακήρυξε ο πρόεδρος Ουίλσον στις 8 Ιανουαρίου του 1918 σε κοινή συνεδρίαση του Αμερικανικού Κογκρέσου οριοθετώντας τις κεντρικές αρχές της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης). Κατά τούτο, εδραζόμενος στο διεθνές δικαίωμα της προστασίας και της αυτόνομης ανάπτυξης των λαών που βρίσκονταν υπό Οθωμανικό καθεστώς, θα επιζητήσει τη διαρρύθμιση των Ελληνικών χωρογεωγραφικών-πολιτικών συνόρων με στόχο την εθνική ομογενοποίηση στις κρίσιμες περιφέρειες των Βαλκανίων και της Μικρά Ασίας.
Για την επιδίκαση της βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα, θα χρησιμοποιήσει το πληθυσμιακό-εθνολογικό, το πολιτισμικό-γεωγραφικό κριτήριο και το κριτήριο της αποτελεσματικής άσκησης πολιτικής κυριαρχίας. Οριοθετώντας τα γεωγραφικά τμήματα που δύνατο να προσαρτηθούν στην Αλβανία, απολήγει στην σχετική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου έναντι του αλβανικού (120.000 Έλληνες και 80.000 Αλβανοί) στην βόρεια Ήπειρο. Συνακόλουθα, καταδεικνύει την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνικού στοιχείου (730.822 κατοίκους) στις περιοχές της Θράκης-Κωνσταντινούπολης. Αξιολογώντας τους στόχους των περιφερειακών του συνδαιτυμόνων, υπό το πρίσμα της πραγματικής-δυνητικής τους ισχύος, τονίζει το οικονομικό συμφέρον της Σόφιας για διασφάλιση εμπορικής εξόδου στο Αιγαίο. Ενώ δεν παραβλέπει και το δυνητικό, στρατηγικό συμφέρον της εκκολαπτόμενης Τουρκίας, αναφορικά με το μελλοντικό καθεστώς της Κωνσταντινούπολης, επιδεικνύοντας μετριοπάθεια ως προς τις ελληνικές αξιώσεις. Τοιουτοτρόπως θα επιστρατεύσει ένα σύνολο επιχειρημάτων για ν’ αποτρέψει μια ενδεχόμενη παραχώρηση της Κωνσταντινούπολης στο (νέο) Τουρκικό κράτος. Εκκινώντας από την αρχή των εθνοτήτων, όπου κατά εφαρμογή του 12ου άρθρου του προέδρου Ουίλσον, «η Οθωμανική επικυριαρχία δέον να διατηρηθή μόνον εις “τα τουρκικά εδάφη της σημερινής Αυτοκρατορίας”», θα καταδείξει την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στον γηγενή πληθυσμό, και το αναμφίλεκτο ιστορικό –ως κοσμόπολη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας– και θρησκευτικό –έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου– του κεκτημένο.
Συνακόλουθα, η προαναφερθείσα αρχή των εθνοτήτων, προδιέγραφε την επίλυση του Ανατολικού ζητήματος, μέσω του περιορισμού της Οθωμανικής επικυριαρχίας « εις το εσωτερικόν των χώρων, όπου πραγματικώς υπερισχύει το Τουρκικόν στοιχείον». Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής, ο Βενιζέλος θα περιορίσει τις ελληνικές εδαφικές αξιώσεις στην περιοχή της Ιωνίας. Ενώ για να διασφαλίσει την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνικού στοιχείου, θα χρησιμοποιήσει ένα διπλωματικό τέχνασμα, συμπεριλαμβάνοντας τους ελληνικούς πληθυσμούς των παρακείμενων νησιών του Αιγαίου στη δυτική Μικρά Ασία. Ομοίως και στο ζήτημα των νησιών, θα επικαλεσθεί το ιστορικό-εθνολογικό κριτήριο ως κατευθυντήρια αρχή για την επιδίκασή τους, στην Ελλάδα.
Αντίστροφα και συνυπολογίζοντας τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, θα προβεί «εις τας αναγκαίας μερικάς θυσίας δια να ασφαλίση μεγάλα αποτελέσματα». Επίσημα δεν έγειρε εδαφικές αξιώσεις για την Κωνσταντινούπολη, λόγω των ζωτικών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων, και για την Κύπρο, λόγω των βρετανικών συμφερόντων. Ωστόσο, κατά την ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρημάτων στο Συμβούλιο των Δέκα (3 Φεβρουαρίου του 1919) θα συμπεριλάβει στις επιζητούμενες εδαφικές περιοχές και την Κύπρο. Τέλος, ως προς το ζήτημα του Ποντιακού ελληνισμού, θα αναλύσει τους γεωγραφικούς, γεωστρατηγικούς και γεωπολιτικούς παράγοντες που καθιστούσαν ισχνή την αξίωση εθνικής ανεξαρτησίας και τη δημιουργία Ποντιακού κράτους, προτείνοντας την ενσωμάτωση του βιλαετιού της Τραπεζούντας (με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ελληνικού πληθυσμού) στο νέο κράτος της Αρμενίας.
Εν ολίγοις, τα αποτελέσματα της διπλωματικής πράξης του Ε. Βενιζέλου αποκρυσταλλώνονται στο γράμμα της Συνθήκης των Σεβρών, με την πραγμάτωση του αέναου εθνικού στόχου της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Χάρη στην προορατική του ενόραση, τη στρατηγική του οξυδέρκεια και τη διπλωματική του μαεστρία, αξιοποίησε τα οποία παράθυρα ευκαιρίας για την αύξηση της ελληνικής διαπραγματευτικής ισχύος, πείθοντας τους πολιτικές ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία) ότι η Ελλάδα θα αποτελούσε τον θεματοφύλακα των ζωτικών τους συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας του Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

photo: viadiplomacy.gr



Τελευταία άρθρα