Το τάμα…

Από το λιόφτο έπεσα, εδώ και κάτι χρόνια,
θυμάμαι που τσακίστηκα, κι ολούθενες επόνια.

Φωτώνε που την έπαθα, ανήμερα είχα πέσει,
άφησα σκάλα και πανιά, και τσι ελιές στη μέση.

Βουτιά, σαν κάτι μ’ έσπρωξε, στον όχθο μες τα βάτα,
κι ήρθα τσι όψεις, μπόρεσα, σαν να πετάς μια γάτα.

Τραντάχθηκα, τρουπήθηκα, με κράτησε γερόνε,
Φωτώνε μου ‘πε μέσα μου, βουτάνε το σταυρόνε.

Το πως δεν εδιαλύθηκα, τ’ απόδωσα σε θαύμα,
για να βουτήξω στο σταυρό, χρόνια του το ‘χω τάμα.

Κάθε αγιασμού το σκέφτομαι, άσε και τούτη, άσε,
μα μ’ έπρηξε η συνείδηση, του το ‘χεις τάμα σκάσε.

Θέλω να πιάσω το σταυρό, και να τον προσκυνήσω,
μα εγώ στην ηλικία μου, αμέσως θ’ αρρωστήσω.

Μ’ έσωσε απ’ το πέσιμο, η πίστη δεν του φτάνει;
αν πέσω μες τη θάλασσα, τώρα θα με πεθάνει.

Εδώ δεν μπαίνω Αύγουστο, σας λέω μα τα παιδιά μου,
Χειμώνα μες το κρύο του, θα πάθει η καρδιά μου.

Θα αλλάξω την υπόσχεση, τα πρέπει μου θα διώξω,
δεν είναι ανάγκη στο νερό, θα προσκυνήσω απόξω.

Για φανταστείτε με γυμνό, στο πόρτο να βουλιάζω…
και τώρα που το σκέφτομαι, σαν φύλο τρεμουλιάζω.

Άσε που θα ‘χω και μποσιές, απ’ τα παιδιά στη ράμπα,
τι θες εδώ στο κρύο σου, που πας εσύ ρε μπάρμπα;

Κι έτσι το τάμα τ’ ακριβό, δεν θα το εκπληρώσω,
μπορεί να το ‘χει στο μυαλό, αν πέσεις θα σε σώσω.

Στο παγωμένο το νερό, εγώ όμως… θα κορπάρω,
να πιάσω μέσα το σταυρό, εγώ δεν το ρισκάρω…

photo: religious_greece