Ο καπνιστής, ο Νιόνιος

Τον βρήκε μαύρη συμφορά, τον καπνιστή το Νιόνιο,
είναι η δεύτερη κλωκιά, μετά απ’ το μνημόνιο.

Την πρώτη του, την άντεξε, την έχει και χορέψει,
τη δεύτερη αποκλείεται, να βρει, να την παλέψει.

Για αυτόν είναι ένα χτύπημα, ντρίτο… αυτός ο νόμος,
απάνω στο φουμάρισμα, να μπλέκεται αστυνόμος.

Φωνάζει, διαολίζεται, εφτό πως θα το αντέξω;
που μέσα, μου απαγόρεψαν, και με πετάνε έξω.

Δεν θέλω να εκτροχιαστώ… και είμαι παρά δέκα,
η μόνη μου απόλαυση, τσιγάρο και γυναίκα.

Εφούντωσε ο άνθρωπος, αφρούς βγάζει σαν μπίρα,
σαν καπνιστής που διώκεται, είναι σε μαύρη μοίρα.

Τώρα θα υποχρεώνεται, να γλύφει καραμέλες,
θα χάσει αυτό που έκανε, με τον καπνό ροδέλες.

Όμως θα πάρει εκδίκηση, το ‘χει αυτό στο νου του,
και τότε θα είναι απίστευτη, η γλύκα του καπνού του.

Οι εξορύξεις έρχονται, πετρελαιάς θα γίνει,
με τα λεφτά που φτάνουνε, αμέσως θα παχύνει.

Για να μπορεί το βάρος τσους, να έχει και φιγούρα,
χοντρός… και για καπρίτσιο του, θα αναβοσβήνει πούρα.

Τότε δεν θα ‘χει πρόβλημα, να ζει με παρανόμους,
το χρήμα από μόνο του, θα αγοράζει νόμους.

Πωλούνται και αγοράζονται, εδώ… ποιος το πιστεύει;
μέχρι ο καιρός τση μέρες μας, τα πάει όπως βολεύει.

Το Νιόνιο τονε σούταραν, και νιώθει μειωμένος,
λίγο καπνό βγαίνει να πιει, και μπαίνει παγωμένος.

Αλλά… δεν γίνεται αλλιώς, πρέπει να μάθει το όξω,
το νούμερο τση δίωξης… το ξέρουνε απ’ όξω.

Εφτούνοι οι υποφέροντες, οι άκαπνοι πελάτες,
θα μίλαγαν αν τσου ‘φερνε, πετρέλαιο σε λάτες;

Θα δείξει, θα το ξέρουμε, το είπαν δεν θα αργήσει,
ναι- ναι δρομολογήθηκε, το έχουνε ψηφίσει.

Εε ρε ντουμάνια και καπνοί, και η θάλασσα να βάφει,
ποιο ωραία θα ‘ναι σίγουρα, τα μπάνια μας σε σκάφη!!!

photo: fotosearch