Τα δύο χαρτομάντιλα

Με διάθεση ξεκίνησα, ετούτη τη βδομάδα,
και ο καιρός, η τάση του, δεν έδειχνε λιακάδα.
Το πρώτο νέο πάρθηκε, στη διαδρομή και εν τάχει,
μια καλή γειτόνισσα, πως πλέον δεν υπάρχει.
Για τη συνέχεια, η διάθεση, έπαψε να επιμένει,
αρχίζει παραδέχτηκα, μέρα συννεφιασμένη.
Αμέσως απ’ το πρόσωπο, έσβησαν τα εφέ μου,
κι είπα δυο δόσεις πιο γλυκό, να φτιάξω τον καφέ μου.
Έψαχνα κάπου να πιαστώ, η διάθεση να φτιάξει,
μα όλα γύρω λέγανε, αυτό δεν θα υπάρξει.
Αιτία κάποιος κύριος, που βγήκε απ’ το αμάξι,
που ‘ρθε πρωί για το σχολειό, το γιο να πάει στην τάξη.
Στρουμπί δυο χαρτομάντιλα, να πέσουν είχε αφήσει,
ποιος ξέρει ο ασυνείδητος, μ’ αυτά τι είχε σκουπίσει.
Για αυτό, για την κατάντια μας, μην έχουμε απορία,
στον δρόμο πέρα έκαμε, με πλήρη αδιαφορία.
Ο καθώς πρέπει κύριος, πως ένιωθε μου λέτε;
δεν είναι απαραίτητο, μη βγω κακός και κλαίτε.
Μου χάλασε η μέρα μου, όπως κι η κάθε μέρα,
που ξύπνησα με διάθεση, κι ήταν πρωί Δευτέρα.
Τα βάζουν με τσου αγράμματους, που μάθηση δεν έχουν,
οι γνώσεις των γλυκόστομων, που απ’ τα μπατζάκια τρέχουν.
Κι αν ξέρεις πέντε γράμματα, άνθρωπε μη γελιέσαι,
συνειδητός με επίπεδο, δεν γίνεσαι, γεννιέσαι.
Γαυγίζω πρωινιάτικα, και πως να το πιστέψω,
κάτι μου είπε μέσα μου, να πάω να τα μαζέψω.
Εσκόνταφτε το μάτι μου, στα χαρτομάντιλα του,
και ένιωθα την κατάρτιση, που είχαν τα μυαλά του.
Ρηχό σαν τα ακρογιάλια μας, είναι το επίπεδο μας,
και στη χαζομαλάκυνση, μεγάλο το εμβαδόν μας.
Τη διάθεση που μου ‘φυγε, να βρω θα προσπαθήσω,
μα απ’ την πολύ καμία φορά, φοβάμαι μη μεθύσω.
Ματαίως ψάχνω άνοιγμα, να δω να καθαρίσει,
είναι οι ενδείξεις άσχημες, και θα καθυστερήσει!!!

Καστρινός