Είναι δυνατή μια νέα Ελληνοτουρκική συνεννόηση;

Του Διονύση Τσιριγώτη

Στις 30 Οκτωβρίου του 1930, ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέπτεται την Άγκυρα και υπογράφει με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού και υπό την παρουσία του Τούρκου προέδρου Μουσταφά Κεμάλ το Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας, μαζί με το Πρωτόκολλο για τον Περιορισμό των Ναυτικών Εξοπλισμών και τη Σύμβαση Εμπορίου, Εγκατάστασης και Ναυτιλίας, επισφραγίζοντας και τυπικά την ελληνοτουρκική συνεννόηση. Θα χρειαστεί να παρέλθει ένα χρονικό διάστημα πενήντα περίπου ετών για να επανέλθει στο προσκήνιο η διμερής διπλωματική προσέγγιση με την Τουρκία ως μέσο επίλυσης του ζητήματος οριοθέτησης της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Αρκεί να θυμίσουμε τη διαπίστωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, κατά την κρίση του Χόρα (μετανομαζόμενο σε «ΜΤΑ Σισμίκ Ι» στις 16.6.1976), ότι «το συνηθέστερο μέσον για την διευθέτηση παρομοίων διαφορών είναι οι διαπραγματεύσεις σε πρώτο στάδιο, και σε δεύτερο στάδιο η διαιτησία, δικαστική ή πολιτική. Γιατί είναι ανάγκη να υπάρξει η εντύπωση ότι χρησιμοποιούνται και εξαντλούνται όλα τα μέσα για την διευθέτηση της διαφοράς».

Θα ακολουθήσει η διμερής διπλωματική προσέγγιση στο Νταβός το 1988 και το 1992, από τις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αντίστοιχα, σε μια προσπάθεια για τη δημιουργία σχέσεων φιλίας, καλής γειτονίας και συνεργασίας, απολήγοντας στις πρόσφατες διπλωματικές πρωτοβουλίες από τις κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα και του Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον πρώτο να αποφαίνεται ότι «έχουμε τη δυνατότητα να πιάσουμε ξανά το νήμα ενός ειλικρινούς διαλόγου για την επανεκκίνηση της θετικής μας ατζέντας, προς όφελος των λαών μας και της ευρύτερης περιοχής» και τον δεύτερο να κάνει λόγο για «επανεκκίνηση των σχέσεων των δύο χωρών χωρίς απειλές και τσαμπουκάδες». Είναι ηλίου φαεινότερο ότι στις τελευταίες διμερείς συναντήσεις των Ελλήνων πρωθυπουργών με τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τέθηκε προς συζήτηση το σύνολο των θεμάτων των ελληνοτουρκικών σχέσεων, από το προσφυγικό και το Κυπριακό μέχρι τα διμερή ελληνοτουρκικά ζητήματα, σε μια προσπάθεια να κατευνασθεί η «επιθετική» ρητορική της Τουρκίας, να μειωθούν οι προσφυγικές ροές και να περιορισθούν οι έμπρακτες διαμφισβητήσεις των ελληνικών – κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Πάραυτα η επιθετική ρητορεία της Άγκυρας συνεχίζεται αμείωτη μετά και τις τελευταίες δηλώσεις του Τούρκου προέδρου για το άμεσο ενδιαφέρον που καλείται να επιδείξει στην «ανάπτυξη της Μεσογείου, του Αιγαίου και της Μαύρης Θάλασσας» προδηλώνοντας το τουρκικό καθήκον για την προστασία των δικαιωμάτων «των ομογενών μας στην Κύπρο, την Ελλάδα και τη Βουλγαρία έτσι είναι καθήκον μας να κάνουμε τα ίδια σε περιοχές στα Βαλκάνια και την Ευρώπη». Παράλληλα, θα κλιμακώσει το επίπεδο της έντασης σε Αιγαίο-Κύπρο, χρησιμοποιώντας την προσφιλή τακτική της έκδοσης Navtex (1097/19) για τη δέσμευση μιας αρκετά ευρείας θαλάσσιας περιοχής στην καρδιά του Αιγαίου «ανάμεσα σε Σκύρο, Ψαρά, Εύβοια και Άνδρο» για ασκήσεις με πραγματικά πύρα, προχωρώντας ταυτόχρονα στην αποστολή-εγκατάσταση του τουρκικού γεωτρύπανου ΓΙΑΒΟΥΖ στο θαλασσοτεμάχιο 7 της Κυπριακής ΑΟΖ.
Στο περιβάλλον αυτό και λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη κατεύθυνση της ελληνικής διπλωματίας, εγείρεται το ερώτημα εάν και σε ποιο βαθμό είναι εφικτή μια νέα ελληνοτουρκική προσέγγιση, δεδομένου των διακηρυγμένων προθέσεων της Άγκυρας για άσκηση συγκυριαρχίας στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Εδραζόμενοι στη μία και μοναδική, ιστορικά ολοκληρωμένη διπλωματική ελληνοτουρκική προσέγγιση/συνεννόηση, που επισφραγίστηκε με μια σειρά διμερών συνθηκών κατά τη περίοδο της διακυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου (1928-1932) δύναται ν’ αποφανθούμε για το αδύνατο του εγχειρήματος. Αναλυτικότερα, αν και οι δύο χώρες ταλανίζονται από μια βαθιά οικονομική κρίση, δεν αναφύονται οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες, [απότοκες της διαμορφωθείσας ισορροπίας ισχύος που ακολούθησε την Μικρασιατική καταστροφή, σε συνδυασμό με την ουσιαστική υπαναχώρηση της Αθήνας στην αξίωση της Άγκυρας για το συμψηφισμό των εκατέρωθεν ανταλλάξιμων περιουσιών, με την υπογραφή του Οικονομικού Συμφώνου (Ιούνιος 1930)] και αποκρυσταλλώνονται στις εξής χαρακτηριστικές:
α) Τα δύο κράτη λειτουργούσαν εντός ενός αναδιαμορφωμένου περιφερειακού συστήματος που χαρακτηριζόταν από ρευστότητα-αβεβαιότητα και διαρκείς ανακατανομές στην ισορροπία ισχύος, συμφερόντων, θέσεως και ρόλων. Για παράδειγμα, η πολιτικοδιπλωματική συνεννόηση Σερβίας-Βουλγαρίας, συνώθησε τον Ε. Βενιζέλο στη διπλωματική συνεννόηση με την Άγκυρα, ως μια τακτική εξωτερικής εξισορρόπησης του Βελιγραδίου-Σόφιας.
β) Οι δύο πολιτικοί ηγέτες, Ε. Βενιζέλος-Μ. Κεμάλ ανήγαγαν ως κεντρικό πολιτικό τους στόχο, τον αστικό εκσυγχρονισμό των κρατών τους. Ο Ε. Βενιζέλος από την πρώτη κιόλας κυβερνητική του θητεία θα διαμορφώσει-εφαρμόσει ένα μεθοδικό και ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα για τον αστικό εκσυγχρονισμό της Ελλάδας, παράλληλα με τη σύσταση μίας σύγχρονης δημοκρατίας κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά ο Μ. Κεμάλ θα εφαρμόσει έναν θεσμικό κυρίως εκσυγχρονισμό επιχειρώντας την μετάταξη της χώρας από την Ανατολή προς την Ευρώπη.
γ) Η επιτακτική πολιτική αναγκαιότητα της διαρρύθμισης των εσωτερικών κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων και της σταθεροποίησης του πολιτικού καθεστώτος. Χαρακτηριστικά, η ελληνοτουρκική φιλία προσέφερε στην Άγκυρα τη χρονική άνεση για την αντιμετώπιση της εσωτερικής κρίσης –σταθεροποίηση κεμαλικού καθεστώτος, εξυγίανση της οικονομίας, καταστολή των εξεγέρσεων των κούρδων αυτονομιστών, ανάκτηση και ανασύνταξη δυνάμεων– και ταυτόχρονα τη δυνατότητα υπαγωγής της Ελλάδας στο άρμα της Τουρκίας.
δ) Η ρητή αποδοχή του διεθνούς καθεστώτος της Συνθήκης της Λωζάνης και η επίσημη διακήρυξη από τις πολιτικές ηγεσίες των δύο κρατών του σεβασμού των διεθνών τους υποχρεώσεων, της εδαφικής τους ακεραιότητας και των εθνικών συμφερόντων αλλήλων.
ε) Η γεωπολιτική-γεωστρατηγική σημασία του ελληνοτουρκικού άξονα για τη διατήρηση της ισορροπίας ισχύος στα Βαλκάνια ως ανασχετικός φραγμός σε οποιαδήποτε αναθεωρητική αξίωση των περιφερειακών τους συνδαιτυμόνων. Αναλυτικότερα, τα κοινά ζωτικά συμφέροντα Ελλάδας-Τουρκίας στη Βαλκανική συνοδεύονταν από μία ανάλογη αντιστοιχία συμφερόντων στη Μεσόγειο. Η Τουρκία ως παράκτιο και ηπειρωτικό κράτος αναδεικνυόταν σε μείζονα δύναμη στο περιφερειακό υποσύστημα των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας, με την οποία θα μπορούσε να συμπράξει η Ελλάδα για τη διασφάλιση των συμφερόντων της, σε ηπειρωτικό–Βαλκάνια, και σε ναυτικό–Μεσόγειος, επίπεδο.

Εν κατακλείδι, η παγίωση του πνεύματος της «εγκάρδιας» συνεννόησης και της πολυεπίπεδης συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας το 1930, ήταν απότοκη της εξωτερικής αναγκαιότητας για την εσωτερική οικονομικοστρατιωτική και πολιτικοκοινωνική ανασυγκρότηση των δύο χωρών, παρωθώντας στη σύμπλευση των ζωτικών τους συμφερόντων στις μείζονες περιφέρειες των Βαλκανίων – Μεσογείου, με απόληξη μια τυπική ελληνοτουρκική συνεννόηση με οριοθετημένο χωροχρονικό ορίζοντα για την ανάσχεση των κοινών δυνητικών τους απειλών.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

photo: huffingtonpost