Η «Μέρα των νεκρών», «Dia de los muertos»: Μια άυλη πολιτιστική κληρονομιά


Της Μαρίας Ρουκανά – Αμπελά*

«Για κάθε άνθρωπο που κάποτε έζησε, λάμπει στο διάστημα κι ένα αστέρι»

Άρθρουρ Κλαρκ

Η «Μέρα των νεκρών», «Dia de los muertos» είναι μια από τις πιο σημαντικές και εντυπωσιακές γιορτές της μεξικανικής παράδοσης. Εορτάζεται από τις 31 Οκτώβρη έως τις 2 Νοέμβρη και είναι ημέρες μνήμης και προσευχής για εκείνους που έχουν φύγει από τη ζωή. Πρόκειται περισσότερο για ένα έθιμο που είναι συνυφασμένο με τις έννοιες της απώλειας, της αποδοχής της, αλλά και της κάθαρσης. Εμπεριέχει, βέβαια, έντονα το στοιχείο του υπερφυσικού, του μη πραγματικού, μιας και οι άνθρωποι μέσα από μια σειρά τελετουργιών διεκδικούν την προσοχή των νεκρών τους. Η γιορτή αυτή έχει αναγνωρισθεί από την Ουνέσκο ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά. Το σήμα κατατεθέν της γιορτής είναι η νεκροκεφαλή, ένα σύμβολο που σύμφωνα με τη μεξικανική παράδοση μας συνδέει όλους, αφού κάτω από το δέρμα μας είμαστε όλοι ίδιοι. Σύμφωνα με την πίστη των αρχαίων μεξικανικών πολιτισμών, όταν κάποιος πεθάνει το πνεύμα του συνεχίζει να ζει στο Miktlan, μέρος κατοικίας των ψυχών που εγκατέλειψαν τα εγκόσμια. Οι θεοί δημιούργησαν αυτή την ιδανική κατοικία που δεν έχει τίποτα το τρομακτικό, αλλά αντίθετα είναι γαλήνια. Εκεί οι ψυχές αναπαύονται ευχάριστα μέχρι την ημέρα που θα επιστρέψουν στις παλιές τους κατοικίες. Κατά την επίσκεψή τους αν και δεν γίνονται ορατοί, οι συγγενείς τους μπορούν να τους αισθανθούν. Η λαϊκή αυτή παράδοση έχει τις απαρχές της περίπου 3.000 χρόνια πριν, στην εποχή των Αζτέκων, οι οποίοι γιόρταζαν τον ένατο ημερολογιακό τους μήνα (στο σύγχρονο ημερολόγιο ο μήνας αυτός αντιστοιχεί στον Αύγουστο) προς τιμή της θεότητας Miccailhuitontli που σημαίνει «Κυρία των Νεκρών» ή αλλιώς Catrina. Περίπου 3000 χρόνια πίσω κάποιες ιθαγένικες φυλές των Ατζέκων ,των Μάγια των Τολτέκων στα βάθη του Μεξικού, έλεγαν πως η ζωή είναι μόνο ένα όνειρο. Την αληθινή την βρίσκεις μετά τον θάνατο. Για αυτούς τους ανθρώπους ο θάνατος ήταν απλά ένα χαρακτηριστικό όπως και η ζωή. Όχι κάτι το φοβερό, μυστηριώδες και άσχημο. Και έτσι το γιόρταζαν όπως κάθε άλλο χαρμόσυνο γεγονός. Την τιμητική τους έχουν τα «Calaveras», ζαχαρωτά σε σχήμα κρανίου, φερέτρου ή σκελετού, Mια ιδιαίτερη και με μυστικιστικά στοιχεία μέρα. Είναι μια έκρηξη των χρωμάτων και της ζωής. Περίτεχνο και το μακιγιάζ τους σε στιλ «Κατρίνα». Σύμφωνα με την παράδοση η 1η Νοεμβρίου χαρακτηρίζεται στο Μεξικό ως Dia de los Angelitos (Μέρα των μικρών αγγέλων), δηλαδή η μέρα κατά την οποία τιμούνται τα νεκρά παιδιά και βρέφη. Η 2α Νοεμβρίου είναι η καθαυτή Dia de los Muertos (Μέρα των νεκρών), κατά την οποία οι οικογένειες τιμούν τους ενήλικους συγγενείς που έχουν χάσει. Σχετίζεται με την Καθολική γιορτή Των Αγίων Πάντων και πρόκειται για ένα κυριολεκτικό «ξύπνημα των νεκρών», αφού οι δρόμοι της πόλης γεμίζουν σκελετούς, ενώ πιστεύεται ότι εκείνη τη μέρα του χρόνου οι νεκροί επιστρέφουν στη Γη και γιορτάζουν με τις οικογένειες τους. Oι τάφοι διακοσμούνται με κατιφέδες που στο Μεξικό τους αποκαλούν Flor de Muerto, (λουλούδι του νεκρού). Ο κόσμος συγκεντρώνεται για να τραγουδήσει και να χορέψει, τιμώντας τους νεκρούς, με την παράδοση να θέλει όλα αυτά να γίνονται σε νεκροταφεία, τα βράδια των δύο πρώτων ημερών του Νοεμβρίου. Μπορεί να ακούγεται μακάβριο, όμως πρόκειται για μια γιορτή γεμάτη συμβολισμούς προς τιμή των αγαπημένων προσώπων που έχουν φύγει. . Για να τους καλωσορίσουν στήνουν γλέντια σε δρόμους και πλατείες και ολονυκτίες σε νεκροταφεία. Οι “Μαριάτσι” λαϊκή ορχήστρα στο Μεξικό τραγουδούν. Οι ορχήστρες μαριάτσι αποτελούνται από δύο βιολιά, δύο πεντάχορδες ακουστικές κιθάρες μια γκιταρόν (μεγάλη ακουστική κιθάρα που υποκαθιστά το μπάσο) και δύο τρομπέτες. Ένα από τα διασημότερα σύμβολα της μεξικάνικης Dia de los Muertos (Μέρας των νεκρών) είναι η μορφή της Catrina, αγαλματίδια που παριστάνουν σκελετούς με επίσημη ενδυμασία. Τα κεριά που κοσμούν τους τάφους και τους βωμούς συμβολίζουν την ελπίδα και την πίστη και καίνε καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, ώστε να μην υπάρχει σκοτάδι. Τέσσερα κεριά στο πάνω μέρος του βωμού παριστάνουν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Για κάθε πεθαμένο ανάβουν ένα κερί και ένα επιπλέον για την περίπτωση που η οικογένεια έχει ξεχάσει κάποιον.
Οι περισσότεροι βωμοί γεμίζουν με τα αγαπημένα φαγητά, γλυκά, ποτά και φρούτα για το πνεύμα των νεκρών κάθε οικογένειας, υπάρχουν κάποιες «βασικές ανάγκες» που πρέπει να καλύπτει ακόμα και ο πιο απλός βωμός: νερό για τη δίψα και το πλύσιμο, αλάτι για το καρύκευμα του φαγητού και την κάθαρση και ψωμί, καθώς αποτελεί την αναγκαία για την επιβίωση τροφή. Η αντίληψη των Μεξικανών για το θάνατο, που εκφράζεται χαρακτηριστικά στη λαϊκή τους τέχνη, συνδυάζει αγάπη, σεβασμό και μια πολύ ευρηματική αίσθηση του χιούμορ, στα όρια της σάτιρας, σε ένα περιβάλλον πρόσφορο για μια ευχάριστη και απελευθερωτική αίσθηση αναπόλησης.
Επειδή ο θάνατος σύμφωνα με την αντίληψη των αυτόχθονων αποτελούσε συνέχεια της ζωής και μέρος της ανθρώπινης φύσης, οι Μεξικάνοι στολίζουν με λουλούδια τους τάφους των νεκρών. Τη σημασία του θανάτου στην παράδοση τους, αντιλαμβανόμαστε μέσα από την ιδιαίτερη αφοσίωση και τη φροντίδα που προσδίδουν τόσο στους τάφους των αγαπημένων τους προσώπων, όσο και στα υπόλοιπα έθιμα που πραγματοποιούν προς τιμή τους, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ημερών. Εξαιτίας της πεποίθησης τους ότι οι νεκροί έχουν ζωή, μέρος της λατρείας μέχρι και σήμερα αποτελεί η προετοιμασία του φαγητού που συνήθιζε να τρώει ο νεκρός, έτσι ώστε να έχει ενέργεια στην μετέπειτα μετάβασή του στον ουρανό. Η εορτή αυτή δεν αποτελεί ένα συνηθισμένο έθιμο, αλλά ένα σημαντικό μέρος της θρησκευτικής και κοινωνικής τους συγκρότησης, που επιβάλλεται να διαφυλαχθεί. Σχετικά με τον θάνατο, ο μεξικανός συγγραφέας Octavio Paz, κάτοχος Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας αλλά και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, δήλωσε κάποτε το εξής: “Για τον κάτοικο της Νέας Υόρκης, του Παρισιού ή του Λονδίνου, ο θάνατος είναι μια λέξη που δεν λέγεται ποτέ επειδή καίει τα χείλη. Ο μεξικανός, από την άλλη πλευρά, τη λέει συχνά. Αστειεύεται, κοιμάται και γιορτάζει με αυτόν… Είναι αλήθεια ότι υπάρχει ίσως τόσο φόβος στη στάση του όσο και σε αυτή άλλων, αλλά τουλάχιστον ο θάνατος και ο φόβος δεν κρύβεται ούτε απωθείται, τον παρακολουθεί πρόσωπο με πρόσωπο με υπομονή, περιφρόνηση ή ειρωνεία…”

*Η Μαρία Ρουκανά – Αμπελά είναι φιλόλογος και συγγραφέας