Τα δύο γεροντάκια

Δύο γεροντάκια, δύο ζωές, ίσως βασανισμένα,
χαίρονταν τον περίπατο, απ’ το χέρι βασταγμένα.

Χαίρονταν την ακρογιαλιά, που τόσο αγαπούσαν,
ψάχνανε αχνάρια στο νερό, τα νιάτα αναπολούσαν.

Αναπολούσαν τη ζωή, που πέρασε και πάει,
και σταματάνε σε στιγμές, που το μυαλό πετάει.

Τότε που κάνανε όνειρα, στα ξέγνοιαστα τους χρόνια,
π’ έδιναν όρκους στα φιλιά, για μία αγάπη αιώνια.

Που πέταξαν στο άγνωστο, σαν δύο περιστέρια,
π’ έκαναν μέσα τους ευχές, σαν έπεφταν αστέρια.

Είχαν κερδίσει σκέφτονται, κι ας είχαν δυσκολίες,
ξεπέρασαν στο δρόμο τους, και φόβους και δειλίες.

Ξεπέρασαν και βάσανα, βροχές και καταιγίδες,
κι αυτές… μαζί κι αχώριστοι, του κόσμου τις παγίδες.

Γιατί ισχυρό αντίδοτο, είχαν την ευτυχία,
κέρδιζε το χαμόγελο, στην κάθε αποτυχία.

Ήταν πιστοί στο έργο τους, βαθιά και η συνοχή τους,
σ’ αυτό που είχαν και ένιωθαν, εκεί, μες την ψυχή τους.

Αυτού του συναισθήματος, του ωραίου, του μεγάλου,
η αγάπη… κι ο καθένας τους το στήριγμα του άλλου.

Δύο γερόντια στη ζωή, δύο ηλικιωμένοι,
το κάθε κύμα πέρναγαν… πάντα σφιχτά πιασμένοι.

Και νέοι… εκεί στη θάλασσα, και πως να το πιστέψεις;
στο χρόνο μόνο άλλαξαν, οι γέρικες οι σκέψεις.

Έχουνε όμως συντροφιά, μιλούν στο βοτσαλάκι,
τσαλαβουτώντας στα ρηχά, στο ίδιο πετραδάκι.

Αυτά που μέσα πέταγαν, να κάνουν σκαλουνάκια,
πετρούλες που τις έπαιζαν βαρκούλες με πανάκια.

Που κάθε μπλουμ στην θάλασσα, τους κύκλους εμετρούσαν
που γέλαγαν στα αστεία τους, κι οι γλάροι που πετούσαν.

Κι η ευτυχία ήταν κοντά, μες τα γεράματα τους,
που άφησε αναλλοίωτη, η ικανότητα τους.

Δυο καθώς πρέπει πήγαιναν, πιασμένοι στην ακρούλα,
στο ακροθαλάσσι της ζωής, και σούρουπο… και αυγούλα!!!

Καστρινός