Ποιά είναι η «αδέκαστη» σχέση της Ζακύνθου με την Τρίπολη

Και ποιος δεν γνωρίζει τον μεγάλο Ζακυνθινό Γεώργιο Τερτσέτη, το όνομα του οποίου έχει δοθεί στον κεντρικό δρόμο της πόλης μας και συγκεκριμένα από το δικαστικό μέγαρο μέχρι τους Αγίους Σαράντα
Ηταν Έλληνας αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ιστορικός, πολιτικός, συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος, απομνημονευματογράφος και νομικός. Είχε διοριστεί αρχειοφύλακας στη βιβλιοθήκη της Βουλής στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του.

Ο επισκέπτης της πρωτεύουσας της Αρκαδίας της πανέμορφης Τρίπολης περιηγούμενος στην κεντρική μεγάλη πλατεία της Τρίπολης, θα θαυμάσει το δικαστικό μέγαρο έξω από το οποίο ευρίσκεται τοποθετημένο το μεγάλο άγαλμα του Ζακυνθίου Γεωργίου Τερτσέτη, ενώ απέναντί του – στο βάθος – βρίσκεται το άγαλμα του έφιππου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Δεν είναι καθόλου τυχαία η τοποθέτηση του αγάλματος στο δικαστικό μέγαρο το οποίο βρίσκεται στην κεντρική μεγάλη πλατεία της Τρίπολης. Στην μεγάλη πινακίδα που βρίσκεται στην βάση, ο επισκέπτης διαβάζει:

Γεώργιος Τερτσέτης 1800 – 1874
ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

Αντισταθείς ως δικαστής εις τας πιέσεις
της εκτελεστικής εξουσίας
ηρνήθη να υπογράψη την καταδίκην
του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα
προτιμήσας να θυσιαση την θέση του και να διωχθή
παρά να παραβιάση την συνείδησίν του,
την δικαιοσύνην προασπίζων,
σύμβολον της δικαστικής εξουσίας γενόμενος

Είναι μεγάλη τιμή και υπερηφάνεια για κάθε Ζακυνθινό καικάθε άνθρωπο να αντικρίζει αυτή την επιγραφή και αυτή την τιμητική τοποθέτηση.

Η αντίσταση στους Βαυαρούς και ο διωγμός

Δύο ήταν μόνον οι δικαστές που όρθωσαν το ανάστημά τους και αρνήθηκαν να καταδικάσουν σε θάνατο τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην πολύκροτη δίκη των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης στο Ναύπλιο, το 1834: ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης.
Ο Πολυζωίδης, ως πρόεδρος του Πρωτοδικείου Ναυπλίου, και ο Τερτσέτης, ως ένα από τα πέντε μέλη του δικαστηρίου, αρνήθηκαν πεισματικά να υπογράψουν την απόφαση καταδίκης σε θάνατο του Κολοκοτρώνη και του Δημητρίου Πλαπούτα, οι οποίοι είχαν βρεθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου για εσχάτη προδοσία, μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και άλλους αγωνιστές.
Η σθεναρή στάση που επέδειξαν οι δύο δικαστές προκάλεσε τη μήνιν των ανθρώπων της βαυαρικής Αντιβασιλείας και είχε ως αποτέλεσμα την εκδίωξή τους.
Αγάλματα των δύο αυτών μεγάλων ανδρών κοσμούν την πρόσοψη του Δικαστικού Μεγάρου της Τρίπολης, της ξακουστής αρκαδικής πρωτεύουσας. Το μέγαρο, που οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1914-1934, είναι ένα λιθόχτιστο διώροφο κτίριο με ενδιαφέροντα δείγματα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής και πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο.
Απέναντι από τους ανδριάντες των αείμνηστων δικαστών, στην πλατεία Άρεως, δεσπόζει το άγαλμα του εφίππου στρατηγού, του θρυλικού Γέρου του Μοριά. Ως γνωστόν, ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης του Αγώνα της Ανεξαρτησίας ήταν εκείνος που πολιόρκησε και κατέλαβε την Τρίπολη (άλωση Τριπολιτσάς, Σεπτέμβριος 1821).

Ο Ζακυνθινός πατριώτης!

Ναύπλιο, 27 Σεπτεμβρίου 1834. Ο Θ. Κολοκοτρώνης ύστερα από την καταδικαστική απόφαση του περασμένου Μαΐου, βρίσκεται στη φυλακή του Ιτς Καλέ (Ακροναυπλία).
Δίκη των δικαστών. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθονται δύο από τους πέντε δικαστές του Κολοκοτρώνη, ο Γ. Τερτσέτης και ο Α. Πολυζωΐδης. Εισαγγελέας (Επίτροπος) ο Άγγλος Ε. Μάσσον, ο ίδιος και στη δίκη του Κολοκοτρώνη.
Κατηγορία: «Απείθεια και άρνησις εις την υπηρεσίαν».

Ο Τερτσέτης απολογείται: (…) Ποιός είσαι εσύ, ώ Επίτροπε, που ήρθες στη χώρα μας να μας δικάσεις; Είσαι αλλόεθνος. Και για να είσαι αλλόεθνος, ώ Επίτροπε, δεν μπορεί να είσαι δίκαιος. Δεν μπορείς να δικάσεις Έλληνες… Ο Εθνισμός μας, ώ Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων που φονεύθηκαν εις τον Αγώνα… Θα ήταν κατάρα Θεού, αν εμείς την ημέραν εκείνην της δίκης, το ξεχνούσαμε αυτό. Κατάλαβες τη θέση εισαγγελέα σε ελληνικό δικαστήριο, αλλά δεν έχεις θέση στην ελληνική Δικαιοσύνη, Επίτροπε. Είσαι εκτός φύσει και θέσει. Θέλεις να δικάσεις τους Έλληνες με τον πατριωτισμό του Εγγλέζου (…). Η αθωωτική απόφαση, ένα δυνατό ράπισμα στην Αντιβασιλεία.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης γεννιέται στη Ζάκυνθο, το νησί όπου γίνονται οι «προσεγγίσεις του πνεύματος και του θυμικού» και που ο «Ζακυνθινός ή σοφός ή επαναστάτης θα είναι». Συμμαθητής με τα παιδιά του Κολοκοτρώνη Γενναίο και Πάνο, φίλος του Διονυσίου Σολωμού, σπουδάζει στην Πάντοβα της Ιταλίας Νομικά, Λατινική, Ιταλική φιλολογία, επιστρέφει στην πατρίδα του και μυείται από το Ιατροφιλόφοσο Ν. Καλύβα στη Φιλική Εταιρεία. Η έκρηξη της Επανάστασης τον βρίσκει στην Πελοπόννησο να πολεμά τους Τούρκους κι αργότερα στη Ρούμελη αλλά αρρωσταίνει και επιστρέφει στη Ζάκυνθο. Αλληλογραφεί με τον Σολωμό, μιλούν για τη γλώσσα των Ελλήνων, ανταλλάσσουν ποιήματα, έχουν τις ίδιες αγωνίες. Κατεβαίνει στο Ναύπλιο, γίνεται καθηγητής στη Στρατιωτική σχολή, παραδίδει μαθήματα γαλλικών στις κόρες του Αντιβασιλιά Άρμανσμπεργκ. Το 1832 διορίζεται δικαστής στην Τρίπολη και το 1834 είναι μέλος του δικαστηρίου που θα δικάσει τον Κολοκοτρώνη.

Αρχειοφύλακας-Βιβλιοθηκάριος της παλιάς Βουλής από το 1844, ο Τερτσέτης, συνεχίζει να γράφει ποιήματα, δοκίμια και να μιλά με θέρμη σε διάφορες εκδηλώσεις για την ιστορία της ελληνικής φυλής και της γλώσσας, της Τουρκοκρατίας, της Επανάστασης.
Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης από το Μελένικο της Μακεδονίας (σημερινό Μέλνικ της Βουλγαρίας), σπουδάζει στη Βιέννη-Βερολίνο Νομικά, Ιστορία, Κοινωνικές Επιστήμες και αργότερα, κατεβαίνει στο Μεσολόγγι. Υποστηρίζει την πολιτική του Αλέξ. Μαυροκορδάτου και γίνεται γραμματέας του Εκτελεστικού. Ένας από τους κύριους συντάκτες της «Διακήρυξης της Ελευθερίας της Ελλάδος», ο Πολυζωΐδης, λίγο αργότερα, επιστρέφει στην Ευρώπη για να συνεχίσει τις σπουδές του. Έρχεται στην Ελλάδα, εκδίδει την εφημερίδα «Απόλλων» και μέσα από τις σελίδες της, αντιπολιτεύεται με φανατισμό τον Ι. Καποδίστρια.
Το 1832 διορίζεται δικαστής και το 1834 ορίζεται πρόεδρος του δικαστηρίου που θα δικάσει τον Κολοκοτρώνη. Ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή.

16 Απριλίου 1834. Έναρξη της δίκης. Κατηγορούμενοι ο Κολοκοτρώνης ο γιος του Γενναίος, Πλαπούτας, Κίτσος Τζαβέλας, ο γιατρός Πελοπίδας κ.ά. Πρόεδρος του δικαστηρίου Α. Πολυζωΐδης, μέλη, Γ. Τερτσέτης, Δ. Σούτσος, Α. Βούλγαρης, Φ. Φραγκούλης, Μάσσον (εισαγγελέας). Εκφωνείται η κατηγορία: (…) Ωργανίσθη εις το βασίλειον τούτο σύστασις και συνωμοσία επί σκοπώ να ταράξει την κοινήν ησυχίαν, την ασφάλειαν του Κράτους… να προπαρασκευάσουν εμφύλιον πόλεμον. Υπέγραψαν και παρεκίνησαν άλλους υπηκόους της Α.Μ. να υπογράψουν παράκλησιν προς ξένην Δύναμιν, επί σκοπώ της καταργήσεως της Υψηλής Αντιβασιλείας, ήγουν, καταργήσεως του καθεστώτος Πολιτεύματος». Ο Πρόεδρος Πολυζωΐδης ρωτά τον Κολοκοτρώνη: «Ποιο είναι το επάγγελμά σου;» «Στρατιωτικός. Κρατάω σαρανταεννιά χρόνους εις το χέρι τον σουλντάδον (τουφέκι) και πολεμώ υπέρ της Πατρίδος», η γενναία απάντηση.

Ύστερα από την παρέλαση πλήθους ασυντόνιστων ψευδομαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι πέφτουν σε τραγικές αντιφάσεις, παίρνει τον λόγο ο εισαγγελέας Μάσσον, το φερέφωνο του βαυαρού Αντιβασιλιά Μάουερ. Επί πεντέμισυ ώρες, με σαθρά επιχειρήματα, αγωνίζεται να πείσει τους δικαστές για την ενοχή των κατηγορουμένων.

Αφού προτείνει την ποινή του θανάτου δι` απαγχονισμού – για εσχάτη προδοσία – στους Κολοκοτρώνη -Πλαπούτα, αφρίζοντας, καταλήγει: «Επιμένω εις την κατηγορίαν και με τα δόντια και με τα νύχια θα την υποστηρίξω. Διακηρύττω λοιπόν τους εγκαλουμένους ως ενόχους και απαιτώ το θάνατό τους…». Ο Τερτσέτης θα βεβαιώσει λίγο αργότερα πως, «από τα ψηλά παράθυρα του Ναυπλίου, 2-3 ημέρες προ της ημέρας της αποφάσεως, είχαν ιδεί θεαταί τον δήμιον να ταιριάζει τα ξύλα της γκιλοτίνας και να τροχίζει το φονικό «φάσγανον». Ο ιστορικός Μέντελσον –Μπαρτόλντι, γιος του μουσουργού Φέλιξ Μέντελσον, γράφει στην «Ιστορία της Ελλην. Επαναστάσεως»: (…) Κατεφάνη το καίριον κακόν, χωρίς να υποτιμώμεν την νομοθετική αξία των έργων του Μάουερ… Ούτω, πραγματικώς κατήντησεν, οι Τούρκοι καδήδες (ιεροδικαστές), οι οποίοι εδίκαζον κατά το Κοράνιον, την Μουλτέκαν, περιεβλήθησαν τώρα φωτεινήντινααίγλην (…)

Στην αίθουσα των διασκέψεων, ύστερα από την πρόταση του εισαγγελέα, οι δικαστές συσκέπτονται. Οι Πολυζωΐδης-Τερτσέτης έχουν σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αθωότητα των κατηγορουμένων, ενώ οι άλλοι τρεις, προτείνουν την ποινή του θανάτου.

Ο Τερτσέτης φανερά θυμωμένος, λέει: «Η εντολή ου φονεύσεις με εφόβιζεν απαρηγόρητα, επειδή φόνος ασυγχώρητος, είναι ο άδικος αποκεφαλισμός ανθρώπου…. Με τέτοια αποδεικτικά, ούτε δυο γάτοι δεν καταδικάζονται εις θάνατον…»
Ο Πολυζωΐδης, όρθιος, εξαγριωμένος, φωνάζει προς τους άλλους τρεις «Η απόφασή σας αποτελεί προσβολήν και αυτού του ιερού ονόματος της αλήθειας». Τους ζητούν να υπογράψουν την απόφαση της θανατικής ποινής, αλλά αυτοί αρνούνται. Τους ζητούν να ανεβούν στην έδρα του δικαστηρίου για να εκφωνήσει ο πρόεδρος Πολυζωΐδης την απόφαση και πάλι αρνούνται. Έρχεται στο δικαστήριο ο Υπουργός της Δικαιοσύνης Σχινάς και διατάσσει άσκηση βίας. Τους καθίζουν, υπό την απειλή των όπλων. Ο πρόεδρος αρνείται να εκφωνήσει την απόφαση και επιστρατεύεται ο γραμματέας. Εκφωνείται η απόφαση κατά πλειοψηφία (3 – 2). Ο Κολοκοτρώνης θα κλεισθεί στην φυλακή για 11 μήνες, αφού ο Όθων, ενήλικος πλέον, του χαρίζει την ποινή. Ο Τερτσέτης, που θα γράψει αργότερα τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, θα πει: (…) Θα οικοδομηθεί μνημείο λαμπρόν, όχι προς τέρψιν της ακοής, αλλά προς παντοτεινήνωφέλειαν της ελληνικής φυλής».

Ποιος ήταν ο Γεώργιος Τερτσέτης

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο από πατέρα καθολικό και μητέρα ορθόδοξη, που άρχισαν να καβγαδίζουν αν το γιο τους θα τον είχε θρησκευτικό υπήκοο ο Πάπας ή ο Πατριάρχης. Ο πατέρας του τον βάφτισε καθολικό, μα η μητέρα τον βούτηξε κρυφά στην ορθόδοξη κολυμπήθρα. Όταν το έμαθε ο πατέρας του, τον ξαναβάφτισε για τρίτη φορά καθολικό. Όταν μεγάλωσε ο Τερτσέτης προτίμησε το ορθόδοξο βάπτισμα. Η οικογένειά του είχε σημαντικό όνομα στον τόπο του, όμως δεν ήταν από τις ντόπιες αρχοντικές οικογένειες της Ζακύνθου και τον λογάριαζαν για ποπολάρο.
Στα παιδικά του χρόνια πήγε στο ίδιο σχολείο με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του Θ. Κολοκοτρώνη, τον Πάνο και τον Γενναίο. Το 1816 έφυγε για την Ιταλία, όπου σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα νομικά καθώς και λατινική – ιταλική φιλολογία. Επέστρεψε στο νησί του το 1820, μετά το πέρας των σπουδών του.
Με την έκρηξη της επαναστάσεως ο Τερτσέτης βρέθηκε στο Μοριά με πολλούς άλλους συμπατριώτες του. Ασθενικής όμως κράσης, δεν άντεξε τις κακουχίες και αρρώστησε. Μεταφέρθηκε στο μικρό νησί Κάλαμος και στη συνέχεια πίσω στη Ζάκυνθο. Στη Ζάκυνθο δέθηκε με αδελφική φιλία με τον Δ. Σολωμό. Σ’ αυτόν χρωστάμε τον περίφημο «Διάλογο» για τη γλώσσα του εθνικού μας ποιητού, όπως το μόνο αντίγραφο που σώθηκε βρέθηκε στα χέρια του. Παρ’ όλο που δεινοπάθησε την πρώτη φορά που κατέβηκε να αγωνιστεί, τον ξαναβρίσκουμε στη πρώτη γραμμή, όταν ο Ι. Καποδίστριας ελευθέρωνε τη Ρούμελη.
Το 1832-1833 διετέλεσε καθηγητής της γενικής και της ελληνικής ιστορίας στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο του Ναυπλίου. Με την έλευση της Αντιβασιλείας σχετίστηκε τόσο με τον Μαιζών όσο και με τον πρόεδρό της, Άρμανσπεργκ, καθώς μάθαινε ελληνικά στις κόρες του.
Το 1832 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία μέλος του πενταμελούς δικαστηρίου του Ναυπλίου που δίκαζε τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα κ.ά. Ο Τερτσέτης τότε μαζί με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Αναστάσιο Πολυζωίδη, γνωρίζοντας πολύ καλά την αθωότητα των κατηγορουμένων, αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση καταδίκης τους σε θάνατο δια αποκεφαλισμού για εσχάτη προδοσία.
Το πνεύμα της ηθικής του και οι αξίες του ανθρωπιστού του φαίνονται από το παρακάτω απόσπασμα του λόγου που εκφώνησε κατά τη διάρκεια αυτής της δίκης:
«Δεν είμαι από την Σπάρτη, δεν είμαι Αθηναίος, πατρίδα μου έχω όλην την Ελλάδα. Τοιουτοτρόπως εκφράζεται ο γενναίος Πλούταρχος, είναι σχεδόν δύο χιλιάδες έτη, εις ένα των συγγραμμάτων του. Ημείς γεννημένοι εις πλέον ευτυχισμένην εποχήν, δηλαδή όταν η θρησκεία και η φιλοσοφία εφώτισαν, εκήρυξαν, εσφράγισαν το δόγμα της αγάπης και της ισότητος, δυνάμεθα να ειπούμεν, ότι ημείς δεν είμεθα ούτε από την Ελλάδα, ούτε από την Ιταλία, ούτε από την Γερμανία, ούτε από την Αγγλία, πατρίδα μας έχομεν το ανθρώπινο γένος. Όση γη περιαγκαλιάζει ο εύμορφος αιθέρας είναι αγαπητή μας πατρίδα.
Η κίνησή τους αυτή προκάλεσε την οριστική τους παύση, τη φυλάκιση και την άγρια κακοποίησή τους από την Αντιβασιλεία.

Το 1864 εξελέγη αντιπρόσωπος της Ζακύνθου στη Βουλή. Πέθανε στις 15 Απριλίου 1874 στην Αθήνα.

kibuba
Τρίπολη, Νοέμβριος 2019