Γιάννης Νικολόπουλος… απών

Σε γνώρισα με τη στολή, μαζί στις παρελάσεις,
στου Σαμψαρέλου τα παιδιά, μια απουσία ακόμα.

Περάσαμε χαρούμενα, περάσαμε κι εντάσεις,
πήραμε… φωτιστήκαμε, από το ίδιο χώμα.

Η Ζάκυνθος στο αίμα μας, χτύπαγε στην καρδιά μας,
τραγούδια, αρέκιες βγαίνανε, απ’ τα στήθια μας σαν κύμα.

Λουλούδι της παράδοσης, είχε την ευωδιά μας,
γιατί η αγάπη, η προσφορά, είχε ρυθμό και βήμα.

Το πνεύμα υπηρετούσαμε, του ευλογημένου τόπου,
των ποιητάδων στους καιρούς, απλώναμε το στίχο.

Κι είμαστε πάντα οι χορηγοί, του ιδρώτα, και του κόπου,
να λάμψει η παρουσία μας, με τον δικό μας ήχο.

Σαν νότες μου ήρθαν θύμησες, σαν έμαθα πως φεύγεις,
κι η προσευχή στα χείλη μου, να σε κρατήσω ακόμα.

Μα σαν σκιά στον ύπνο μου, σε είδα να αλαριεύεις,
γιατί η ψυχή κουράστηκε, δεν άντεξε στο σώμα.

Και πως να αντέξουν τα βουνά, της μοναξιάς το αγέρι;
κι απ’ τα πουλιά η γλυκιά λαλιά, τώρα τους έχει λείψει.

Τα μονοπάτια ερήμωσαν, δεν έχει πια καρτέρι,
στον κάμπο, στις ραχούλες του, είναι απλωμένη θλίψη.

Έφυγες… και αναλλοίωτος, θα μείνεις στις καρδιές μας,
σε κάθε τέλος θα μας λες, μια αρέκια ακόμα.

Θα ‘σαι μαζί και δίπλα μας, στις όμορφες βραδιές μας,
για να θυμίζεις Ζάκυνθο, με της φωνής το χρώμα.

Έχεις να λες εκεί που πας, σε περιμένουν φίλοι,
εκεί δεν έχει σύνορα, και δεν υπάρχει σκόνη.

Μα πάντα εδώ για σένανε, θα καίει ένα καντήλι,
γιατί στην απουσία σου, κι ο Ουρανός βουρκώνει.

Θα λείψεις, και τούτο νησί, σε είχε ανάγκη ακόμα,
κενό μεγάλο άφησες, και στους Τραγουδιστάδες.

Παντού πλανώνται ψίθυροι, να ‘ναι ελαφρύ το χώμα,
μα δεν θα πάψουν για να ακούς, αρέκιες και καντάδες.

Καλό ταξίδι φίλε μου, η λύπη είναι μεγάλη,
και της ζωής το άδικο, θα άλλαζα αν εμπόρια.

Ο τόπος μας ορφάνεψε, και δάκρυα έχει βγάλει,
θλίψη σαν πέπλο πλάκωσε, και μαύρη στεναχώρια!!!