Αυτή είναι «η ιερή σχέση» της Ζακύνθου με τα Τζουμέρκα!

Ποιός ταξιδιώτης – περιηγητής θα μπορούσε να διανοηθεί ή να ανακαλύψει την σχέση της Ζακύνθου με το αετοχώρι των Τζουμέρκων τους Καλαρρύτες;

Οποιοσδήποτε Ζακυνθινός φτάσει στο πέτρινο χωριό των Τζουμέρκων θα νοιώσει στον χώρο μια μοναδική αίσθηση… είναι αυτό που θα ανακαλύψει μπαίνοντας στο λιτό μουσείο αργυροχρυσοχοϊας του χωριού… Εκεί θα καταλάβει κάτι εξαιρετικό, ότι η αργυρόγλυπτη λάρνακα του Αγίου Διονυσίου, του Αγίου μας, εκείνη που προσκυνήσαμε χιλιάδες φορές και προσκυνάμε ακόμη από μικρά παιδάκια, είναι φτιαγμένη από χέρια Καλαρρυώτικα!
Από μαστόρους που έφυγαν από την αετοφωλιά και ήρθαν στη Ζάκυνθο, δημιουργώντας αυτό το Ιερό μας κειμήλιο!

Τα χωριά των Τζουμέρκων της Ηπείρου, μοιάζουν με αετοφωλιές σκαρφαλωμένα στην Πίνδο.

Οι Καλαρρύτες είναι ορεινός οικισμός που βρίσκεται στις δυτικές πλαγιές της γεωτεκτονικής ζώνης της οροσειράς της Πίνδου του Νομού Ιωαννίνων στην Ήπειρο. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του νομού, 56 χλμ. ΝΑ των Ιωαννίνων. Ο οικισμός ήκμασε ιδιαίτερα τον 18ο αι. με το εμπόριο (υφαντά, μετάξι από τη Θεσσαλία, ακατέργαστα δέρματα ζώων κ. ά.) και την ανάπτυξη της χειροτεχίας (έργα σε ασήμι και χρυσό)· κατά την περίοδο αυτή αρκετοί κάτοικοι των Καλαρρυτών διατηρούσαν εμπορικούς οίκους σε πολλά ευρωπαϊκά κέντρα.
Είναι κτισμένοι στο χείλος της απότομης χαράδρας που καταλήγει στον ποταμό Καλαρρύτικο, σε υψόμετρο 1200 μ. 

Η ανάπτυξη 1750 – 1821

Οι Καλαρρύτες γνωρίζουν τη μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα (1750 – 1821). Τα προνόμια εξασφαλίζουν στους κατοίκους ποιότητα ζωής και ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων και εμπορικών συναλλαγών, που συμβάλλουν στην πύκνωση του πληθυσμού

Στο τέλος τους 18ου αιώνα, οργανώνεται ένα πολύ καλό εμπορικό δίκτυο για τα προϊόντα στις ευρωπαϊκές αγορές, που διακινούν κυρίως Καλαρρυτινοί έμποροι. Στην Ιταλία ανοίγουν πολλοί εμπορικοί οίκοι: ο Γεώργιος Δουρούτης στην Ανκόνα και τη Νάπολη, ο αδελφός του, Χρήστος Δουρούτης, στην Τεργέστη, οι αδερφοί Σταματάκη, οι αδερφοί Μπαχώμη και ο Κ. Παράσχος στο Λιβόρνο, οι αδερφοί Τούρτουρο στη Βενετία, η οικογένεια Σγούρου στο Λιβόρνο και στην Ισπανία κι οι αδερφοί Λάμπρου στη Νάπολη.

Εκτός από το εξωτερικό, οι περισσότεροι έχουν και εμπορικά καταστήματα στα Ιωάννινα, όπου προοδεύουν τόσο, ώστε οι Γιαννιώτες έμποροι να διαμαρτύρονται, γιατί το εμπόριο πέρασε στα χέρια των Καλαρρυτινών. Οι φτωχότερες οικονομικά τάξεις ασχολούνται με τη ραπτική. Οι περίφημοι τερζήδες, εφάμιλλοι των Γιαννιωτών, κεντούν τις χρυσοποίκιλτες στολές της εποχής για Έλληνες και Τουρκαλβανούς και κατέχουν περιφανή θέση σε αυτό το επάγγελμα. Παράλληλα ασχολούνται με τη ραπτική της κάπας και μένουν γνωστοί ως καποραφτάδες.

Η επεξεργασία του ασημιού

Ένα τμήμα του πληθυσμού, που επίσης δεν έχει οικονομικά κεφάλαια για να ασχοληθεί με το εμπόριο, ασχολείται με την ασημουργία. Οι Καλαρρύτες γίνονται ένα από τα σπουδαία κέντρα κατασκευής προϊόντων αργυροχοΐας. Η ασημουργική τέχνη περνά από τα Ιωάννινα στον τόπο τους στις αρχές του 18ου αιώνα και την εξασκούν με ανυπέρβλητη δεξιοτεχνία, εφάμιλλη αυτής των Γιαννιωτών. Στα εργαστήρια των Καλαρρυτών κατασκευάζονται ασημουργικά εκκλησιαστικά και κοσμικά καλλιτεχνήματα του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Πολλοί από αυτούς, που αποκαλούνται συνήθως χρυσικοί, γίνονται και πλανόδιοι τεχνίτες και έτσι εξαπλώνουν την τέχνη τους στη Βαλκανική, Μικρά Ασία, Αίγυπτο, Ιταλία και Αυστρία.
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η τέχνη του ασημιού απλώνεται σε όλη την Ελλάδα και κυρίως στα Επτάνησα και την Ιταλία, αφού πολλοί τεχνίτες εγκαθίστανται σ’ αυτά τα μέρη πριν και μετά το 1821. Οικογένειες αργυροχόων όπως του Τσιμούρη στα Ιωάννινα και στους Καλαρρύτες, Μπάφα στη Ζάκυνθο, Παπαγεωργίου και Παπαμόσχου στην Κέρκυρα, Νέσση (Nessi) και Βούλγαρη (Bulgari) στην Ιταλία είναι μερικές από τις πιο γνωστές ως σήμερα.

Η πτώση και η καταστροφή

Μετά την πρώτη πολιορκία του Αλή στα Γιάννενα (1821), είχαν καταφύγει στους Καλαρρύτες πολλοί ευκατάστατοι Γιαννιώτες (χριστιανοί, Εβραίοι αλλά και Οθωμανοί) με αξιόλογη κινητή περιουσία. Η παρουσία 500 Αλβανών υπό τον Ιμπραήμ Πρεμέτη, που είχε σκοπό να μείνει ανοικτή η επικοινωνία μεταξύ των σουλτανικών στρατοπέδων των Ιωαννίνων και της Θεσσαλίας, δεν εμποδίζει την κήρυξη της επανάστασης. Αρχηγός στο Συρράκο είναι ο Ιωάννης Κωλέττης, ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδος, ενώ στους Καλαρρύτες ο Γεώργιος Τουρτούρης και ο Ιωάννης Ράγκος.
Το Συρράκο καταλαμβάνεται μετά από ασθενή αντίσταση και καταστρέφεται. Στους Καλαρρύτες οι Αλβανοί συλλαμβάνουν προκρίτους ως ομήρους και οχυρώνονται σε σπίτια, αναμένοντας ενισχύσεις από τον Χουρσίτ πασά. Αυτός στέλνει δύναμη για την καταστολή, με επικεφαλής τον Χαμζά μπέη, που ενώνεται με τους άνδρες του Πρεμέτη. Οι κάτοικοι, όταν αντιλαμβάνονται ότι κάθε αντίσταση είναι μάταιη, παίρνουν μαζί τους ό,τι πολύτιμο μπορούν να μεταφέρουν και απομακρύνονται από το χωριό. Η εγκατάλειψη των περιουσιών συντείνει πολύ στη διάσωση των φυγάδων.

Η φυγή των προσφύγων

Οι προνομιούχοι κάτοικοι θα μετατραπούν σε πρόσφυγες και θα καταφύγουν σε παραπλήσια μέρη όπως στη Ζάκυνθος|Ζάκυνθο, όπου στα τέλη του 18ου αιώνα είχαν ήδη μεταναστεύσει αρκετοί από αυτούς. Άλλοι θα καταφύγουν στο Μεσολόγγι, όπου θα συμμετάσχουν στην έξοδο του Μεσολογγίου, στην Αιτωλοακαρνανία, μέχρι την Αθήνα και τη Χαλκίδα. Στην Παραμυθιά καταφεύγει η οικογένεια Βούλγαρη, στην Κέρκυρα οι οικογένειες Παπαγεωργίου, Παπαμόσχου και Λάμπρου. Μερικοί πρόσφυγες, ρακένδυτοι και πεινασμένοι, φθάνουν στην Ανκόνα, όπου η εκεί Ελληνική παροικία θα τους προσφέρει από το κοινό της ταμείο οικονομική βοήθεια και περίθαλψη.

Αργυροχόοι – Χρυσικοί

Ο σπουδαιότερος και πιο ονομαστός χρυσοχόος ήταν ο Αθανάσιος Τσιμούρης ή Τζημούρης. Γεννήθηκε στους Καλαρρύτες και το 1821 εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε το 1823. Ο πατέρας τους ήταν σπουδαίος χρυσικός και υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Ο Τσιμούρης ήταν αρχι-χρυσοχόος και δάσκαλος αργυροχοΐας στην αυλή του Αλή πασά. Σώθηκαν μόνο εκκλησιαστικά έργα του, 2 ευαγγέλια (το ένα βρίσκεται στον Άγιο Νικόλαο Καλαρρυτών και το άλλο, του 1772, μαζί με ένα σταυρό του 1797, στη Μητρόπολη Ιωαννίνων) και ένας ασημένιος πολυέλαιος.
Έργα του επίσης έχουν επισημανθεί σε σταχώσεις ευαγγελίων στο Καπέσοβο, Άνω Σουδενά, Αγία Θεοδώρα Άρτας, Μητρόπολη Λέσβου, Κέρκυρα και Ζάκυνθο

Ο Γεώργιος Διαμαντής Μπάφας γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1853.
Εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο πριν από την καταστροφή των Καλαρρυτών το 1821. Είναι από τους σπουδαιότερους επώνυμους εκπροσώπους της εκκλησιαστικής τέχνης. Ο πατέρας του, Διαμαντής, ήταν επίσης σπουδαίος χρυσικός και υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Συχνά στα έργα του ο Γεώργιος χρησιμοποιεί και τα δύο ονόματα Γεώργιος – Διαμαντής. Μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του και χρειάστηκε 13 χρόνια, από το 1816 μέχρι το 1829, για να κατασκευάσει την αργυρόγλυπτη λάρνακα του Αγίου Διονυσίου, το ευαγγέλιο του 1820 και τη δεσποτική εικόνα. Επηρεάστηκε από την ιταλική τέχνη και συμπεριέλαβε στοιχεία μπαρόκ στις δημιουργίες του. Έργα του βρίσκονται σε πολλά μέρη της Ελλάδος, όπως στη Χρυσοπηγή (Ευαγγέλιο του 1811), Λαγγαδά, Καταστάρι, Μαχαιράδο Ζακύνθου.
Σπουδαίος επίσης αργυροχόος ήταν ο Ποντίκης. Έργο του που σώζεται είναι η λειψανοθήκη στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων Ιωαννίνων. Ευαγγέλιο του αργυροχόου Τόλη Δασκάλου, ίσως του 1650, σώζεται στο χωριό Γραμμένο Ιωαννίνων.

Στη σφυρηλάτηση των μετάλλων ήταν ξεχωριστοί οι Δημήτριος και Νικόλαος Παπαγεωργίου, γιοι του Απόστολου Παπαγεωργίου, οι οποίοι κατασκεύαζαν μεγάλα αργυρά σκεύη, δίσκους και σινιά (ταψιά). Οι γιοι του Νικόλαου Παπαγεωργίου, Απόστολος και Γεώργιος, που κατέφυγαν με την οικογένεια Παπαμόσχου στην Κέρκυρα μετά το 1821, μετέφεραν την τέχνη της αργυροχοΐας, η οποία μέχρι τότε ήταν άγνωστη εκεί. Ο Βασίλειος Παπαμόσχος, που διδάχθηκε την τέχνη από τον Αθανάσιο Τσιμούρη, διακρίθηκε στην τορνευτική του χρυσού, την οποία δίδαξε και στους γιούς του Σπυρίδωνα και Νικόλαο. Ο Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1820 στους Καλαρρύτες και πέθανε στην Κέρκυρα το 1882. Γνωστά έργα του είναι η εικόνα της «Ίασης του τυφλού» στον Άγιο Σπυρίδωνα και ο αργυρός πολυέλαιος του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα. Επίσης είναι γνωστό το χρυσό αγγείο που δωρίστηκε στη σύζυγο του τελευταίου Άγγλου αρμοστή των Ιονίων Νήσων.

Ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή της οικογένειας Βούλγαρη, γνωστή σε όλους σήμερα ως Bulgari, η οποία μαζί με πολλές άλλες οικογένειες έφυγε από το χωριό το 1821. Η πρώτη τους εγκατάσταση έγινε στην Παραμυθιά, όπου έμειναν για πολλά χρόνια. Το 1874 ο Σωτήριος Βούλγαρης έφυγε για τη Ρώμη, όπου άνοιξε αργυροχρυσοχοείο με τον γιαννιώτη Π. Κρέμο. Λίγα χρόνια μετά οι δύο συνέταιροι διέλυσαν τη συνεργασία και άνοιξαν δύο πανομοιότυπα μαγαζιά. Η επιχείρηση του Bulgari προόδευσε και στα εργαστήριά τους μαθήτευσαν πολλοί αργυροχόοι.
Αντίστοιχη επιχείρηση στη Ρώμη έχουν από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα και οι αδελφοί Νέσση. Ακολούθησαν τους ίδιους δρόμους και την ίδια πορεία με αυτή της οικογένειας Βούλγαρη. Στην αρχή ο Κωνσταντίνος Νέσσης εργάστηκε στο κατάστημα του συμπατριώτη του Σωτήρη Βούλγαρη και αργότερα με τα αδέρφια του άνοιξαν δική τους επιχείρηση, στην οποία μαθήτευσαν και άλλοι Καλαρρυτινοί ασημουργοί.

Η τέχνη της αργυροχοΐας αποτελεί έναν από τους ελάχιστους κλάδους της ελληνικής λαϊκής τέχνης που συνεχίζει την παραγωγή έργων. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχουν πια εργαστήρια και τεχνίτες στο χωριό. Από τα μέσα του 19ου αιώνα έχουν συγκεντρωθεί στα αστικά κέντρα, όπως τα Ιωάννινα, την Άρτα, πόλεις της Θεσσαλίας και την Αθήνα, όπου και συνεχίσουν την παράδοση.

Η σχέση της Ζακύνθου με τους Καλαρρύτες

Το μουσείο αργυροχρυσοχοϊας στους Καλαρρύτες εγκαινιάστηκε το 2015 και παραμένει ανοιχτό στους επισκέπτες με την αγάπη των 15 οικογενειών που ζουν στο χωριό τους χειμερινούς μήνες.
Μια από τις μεγάλες επιγραφές είναι τοποθετημένη στο εσωτερικό του μουσείου για να θυμίζει την ιερή σχέση του χωριού με την Ζάκυνθο:

Ο μεγάλος Καλαρρυτινός μάστορας του ασημιού ήταν ο Γεώργιος Μπάφας γιος του Διαμαντή και της Αικατερίνης Τάλα, γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1874 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1854, όπου είχε εγκατασταθεί προεπαναστατικά η οικογένειά του.
Ο πατέρας του Διαμαντής Μπάφας, υπήρξε επίσης φημισμένος “χρυσικός” και δίδαξε το γιο του στην τέχνη του τσιζέλλου (δηλαδή του καλεμιού).

Ο Γεώργιος Μπάφας, αξιοποιώντας την εμπειρία του πατέρα του και στηριζόμενος στο ταλέντο και την επιδεξιότητα του, δημιούργησε αληθινά αριστουργήματα. Ευτυχώς και Αντίθετα από το συμπατριώτη του Τζημούρη, του οποίου ελάχιστα έργα διασώθηκαν, τα τεχνουργήματα του Μπάφα είναι πολλά και γνωστά.
Στα έργα του διακρίνονται δυτικές επιδράσεις, γεγονός αναμενόμενο, αν λάβουμε υπόψη το πολιτικό και πολιτισμικό – καλλιτεχνικό κλίμα των Επτανήσων. Ο Μπάφας, όμως, κατόρθωσε να ενσωματώσει στα δυτικά αυτά πρότυπα, τα προσωπικά του στοιχεία και δουλεύοντας με αστείρευτη έμπνευση, σε όλα τα είδη της εκκλησιαστικής αργυροχοΐας, δημιούργησε μοναδικά έργα αργυρογλυπτικής, χωρίς μάλιστα να επαναλαμβάνεται.

Το παλαιότερο χρονολογημένο έργο είναι το Ευαγγέλιο της Χρυσοπηγής (1811).
Από το 1812, ο Μπάφας, εργάζεται για το ναό του Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου και μέχρι το 1829 δημιουργεί πολλά έργα, μεταξύ των άλλων, τη μοναδική και αξεπέραστη Λάρνακα που περιέχει το σκήνωμα του Αγίου Πολιούχου της Ζακύνθου, θεωρούμενο ως το αποκορύφωμα της τέχνης του Μπάφα.
Η καλλιτεχνική αίγλη και η υστεροφημία του Μπάφα, δεν ξεπέρασε γεωγραφικά καλλιτεχνικά το χορό των Επτανήσων (σε αντίθεση με αυτή του συμπατριώτη του Τζημούρη). Για το λόγο αυτό, δεν γνωρίζουμε πολλά για το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του. Κατά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου “ήτο άνθρωπος αγαθός, ταπεινός και τίμιος”.
Λόγω ταπεινοφροσύνης, απέφευγε να τοποθετεί σε εμφανές μέρος στην υπογραφή του, “φοβούμενος μήπως ταράξει την αρμονία των εικόνων γραφικών του συνόλων”. Επίσης συνήθιζε να υπογράφει τις συνθέσεις του με το όνομα του πατέρα του.
Ισως να ήταν ένας φόρος τιμής σε αυτόν που τον δίδαξε την αργυρογλυπτική. Θυμόταν επίσης και τιμούσε, τον τόπο καταγωγής του τους Καλαρρύτες.
Η Λάρνακα του Αγίου Διονυσίου, η μνημειώδης αυτή η αργυρόγλυπτη σύνθεση, φέρει την εξής επιγραφή, που επιβεβαιώνει το δημιουργό αλλά και μαρτυρεί για την καταγωγή του, την οποία ποτέ δεν λησμόνησε:
“Εις την διετίαν των ευγενών επιτροπών, κυρίου Φραντζέσκου Μοντζά, Γεωργίου Κομούτο και Νικολάου Κανδακίτη 1829. Δια χειρός Γεωργίου Διαμαντή Μπάφα Καλαρυτιότου”.

* Στους Καλαρρύτες ανακαλύψαμε και την καταγωγή του διαδεδομένου στη Ζάκυνθο επωνύπου «Παράσχης».

kibuba 2019