Ζωμός λένε από βλίτα

Έχω ένα φίλο συμπαθή, καλό και μυαλωμένο,
μα η ζωή και οι άνθρωποι, τον έχουν κουρασμένο.

Λυπάται που δεν έχει δει, τίποτε να ‘χει ανθίσει,
μία ζωή όπως τα’βρηκε, έτσι και θα τα αφήσει.

Αδειάσανε την πρόοδο, παντού και όπως όπως,
και λέγανε να πείσουνε… ομόρφυνε ο τόπος.

Στα ίδια αυτά που ξέραμε, σ΄ αυτά… τσου ίδιους δρόμους,
σ΄ ένα σμπαράλια δίκτυο, βομβαρδισμένο από όλμους.

Σ΄ ένα λιμάνι ανάβαθο, σε ανύπαρκτη προβλήτα,
και μια μαρίνα… λάχανο, ζωμός λένε από βλίτα.

Όσο για τα σκουπίδια του, θα πρέπει να τα φάει,
βιώνει τα χειρότερα… πάει η ζωή του πάει.

Μα δεν του λείπουν τα όνειρα, συνέχεια τον γυρεύουν,
όταν κοιμάται έρχονται… εκεί του ζωντανεύουν.

Βλέπει αυτά που νοσταλγεί, ή… αυτά που νοσταλγούσε,
μα πάντα κάθε σχέδιο, στο δρόμο ναυαγούσε.

Βλέπει μια πόλη όμορφη, φανταστική μια χώρα,
με πεζοδρόμια ελεύθερα, λαμπρή την κάθε ώρα.

Δρόμους ντυμένους πράσινο, πλακόστρωτα, πλατείες,
πάγκοι, ποδηλατόδρομοι, και παιδικές εστίες.

Βλέπει μια πόλη αθόρυβη, σε όλα προσεγμένη,
κι οι ΙΧδες τση, ληστές, σε πάρκινγκ βολεμένοι.

Είδε ένα πάρκινγκ αχανές, με πύλες, με ΑΜ τες,
κι είχαν στολές με σήματα, δεν ήτανε βρωμήτες.

Μα εκεί υπήρχε ο οχετός, υπήρχε ένα ποτάμι,
κάποια τετράγωνα μυαλά, κάτι θα έχουν κάμει.

Το σκέπασαν ως φαίνεται, κι έβαλαν παρκαδόρους,
να λείψει το ανεξέλεγκτο, επέβαλαν και όρους.

Τα χαίρεται στον ύπνο του, όλα αυτά τα ωραία,
χαρά και το προσκέφαλο, όπου τα ζουν παρέα.

Εκεί βλέπει να φαίνεται, τ΄ άστρο το τυχερό του,
όλα τα πολυπόθητα, που ‘ρχονται στο όνειρο του.

Έχω ένα φίλο… το είπαμε, στο ξύπνιο δεν μιλάει,
μόνο στον ύπνο χαίρεται, κι εκεί χαμογελάει!!!