Περί της Ελληνοαμερικανικής Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας

Του Διονύση Τσιριγώτη

Με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου Τροποποίησης της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement – MDCΑ), αναθεωρημένου ως προς το τεχνικό σκέλος, ενισχύεται η στρατιωτική παρουσία και ο ρόλος των ΗΠΑ στην ελληνική εδαφική επικράτεια και αναβαθμίζεται φαινομενικά η στρατηγική σημασία της Ελλάδας στο Ατλαντικό σύστημα ασφαλείας «ως παράγοντας σταθερότητας». Ιδίως αν συνυπολογισθεί ότι αυξάνεται ο αριθμός των περιοχών που συμπεριλαμβάνονται στο παράρτημα της συμφωνίας, εμβαθύνοντας την αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε σημεία κλειδιά για τον έλεγχο της ευρύτερης περιφέρειας της Ανατολικής Μεσογείου-Βαλκανίων, μεταξύ των οποίων είναι η αεροπορική βάση της Σούδας στην Κρήτη, οι αεροπορικές βάσεις της Λάρισας και του Στεφανοβικείου, ο λιμένας της Αλεξανδρούπολης και η προβλήτα του Μαραθίου στην Κρήτη, που «αποτελεί κομβική συνεισφορά στις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις λόγω του Κρηπιδώματος Κ-14 που προσφέρει τη δυνατότητα φιλοξενίας αεροπλανοφόρων».
Ωστόσο αυτό το οποίο εξακολουθεί να μένει απαράλλακτο, είναι η επιμονή των Αμερικανών πολιτικών αξιωματούχων να επιδιώκουν ευρύτερες νομικές διατυπώσεις στο γράμμα της συμφωνίας, διασφαλίζοντας την ελευθερία δράσης ως προς τη λειτουργία-χρήση των στρατιωτικών τους εγκαταστάσεων καθότι «η διευκόλυνση των απαραίτητων αμυντικών πιστώσεων από το αμερικανικό Κογκρέσο απαιτεί όχι απλώς ένα δικαίωμα πρόσβασης σε μια στρατιωτική εγκατάσταση, αλλά ένα είδος “ανεμπόδιστης πρόσβασης” ή και “αποκλειστικής χρήσης”».
Στο σημείο αυτό αναφύεται και η ουσιώδης διαφορά μεταξύ συμμάχων και δορυφόρων. Αυτό γιατί η συγκεκριμένη συλλογιστική, παραπέμπει στην πρακτική των μεταπολεμικών-μετεμφυλιακών ελληνικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του 50’ (Σοφοκλή Βενιζέλου, Νικόλαου Πλαστήρα, Αλέξανδρου Παπάγου και Κωνσταντίνου Καραμανλή). Για λόγους εσωτερικής αναγκαιότητας (πολιτική, οικονομική, στρατιωτική ανασυγκρότηση, σταθεροποίηση του πολιτικού καθεστώτος) εξωτερικών δομικών περιορισμών (συμφωνία των ποσοστών του 1944, μεταξύ Τσώρτσιλ-Στάλιν, για το διαμοιρασμό των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής) και απειλών (σλαβικός κίνδυνος) θα επιζητήσουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου, το κεντρικό δόγμα στην άσκηση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής αποκρυσταλλώνονταν στη διατήρηση περιφερειακών ερεισμάτων ισχυρότερων από τα αντίστοιχα των αναφυόμενων αντιπάλων ή ανταγωνιστών. Παρεπόμενα, η ενίσχυση της ελληνικής ασφάλειας-άμυνας, πραγματοποιείτο μέσω του παράγοντα της διεθνούς αποτροπής, που επιτυγχάνονταν με την εγκατάσταση -λειτουργία αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων-προσωπικού στο ελληνικό έδαφος, μετά την υπογραφή της Ελληνο-Αμερικανικής Συμφωνίας «περί στρατιωτικών ευκολιών», (12.10.1953). Ειδικότερα η Ελληνική κυβέρνηση (άρθρο 1, παρ. 1 της Συμφωνίας) εξουσιοδοτούσε:
«την Κυβέρνησιν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής να χρησιμοποιή οδούς, σιδηροδρομικάς γραμμάς και χώρους και να κατασκευάζη, αναπτύσση, χρησιμοποιή και θέτει εν λειτουργία στρατιωτικά και βοηθητικά έργα εν Ελλάδι, οία αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο Κυβερνήσεων ήθελον θεωρήσει κατά καιρούς ως αναγκαία δια την εφαρμογήν ή την προαγωγήν εγκεκριμένων σχεδίων του ΝΑΤΟ».

Τοιουτοτρόπως (άρθρο 1, παρ.2 της Συμφωνίας) :
«η Κυβέρνησις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δύναται να φέρη, εγκαθιστά και στεγάζει εν Ελλάδι προσωπικόν των Ηνωμένων Πολιτειών. Αι ένοπλαι δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και το υπό τον έλεγχό των υλικών δύνανται να εισέρχωνται, εξέρχωνται, κυκλοφορούν, υπερίπτανται ελευθέρως εν Ελλάδι και εις τα χωρικά της ύδατα, υπό την επιφύλαξιν οιασδήποτε τεχνικής συνεννοήσεως εις ην ήθελον προέλθη αι αρμόδιαι Αρχαί των δύο Κυβερνήσεων. Αι ενέργεια αυταί απαλλάσονται οιωνδήποτε τελών, δικαιωμάτων και φόρων».

Αν και δεν δύναται να διαμφισβητηθεί ο βαθμός σπουδαιότητας της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας ως αποτρεπτικός παράγοντας και συνάμα ως εξωτερικός αρωγός για την οικονομικοπολιτική ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους, αυτό που δεν μπορεί να παραλειφθεί, είναι η πολιτική-διπλωματική αναλγησία-ανικανότητα της Αθήνας να αξιοποιήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα της τοπογεωγραφικής της θέσης για την πραγμάτωση των στρατηγικών στόχων των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Ειδικότερα και σύμφωνα με την ανάλυση του Ελβετοαμερικανού πολιτικού επιστήμονα, Arnold Wolfers, στις ασύμμετρες διακρατικές σχέσεις αναφύεται το παράδοξο της «ισχύος του αδύναμου». Πρόκειται για την απλή πεποίθηση μιας μεγάλης δύναμης ότι θα υποστεί κόστος, λόγω αλλαγής στο ισοζύγιο της ισορροπίας ισχύος, εάν μια αδύναμη, αλλά σύμμαχος χώρα, μετακινηθεί προς το αντίπαλο στρατόπεδο ή επιλέξει να υιοθετήσει-εφαρμόσει πολιτική ουδετερότητας. Στην εν λόγω περίπτωση, ο αδύναμος αποκτά ένα ισχνό αλλά ουσιαστικό, καταναγκαστικό «περιουσιακό στοιχείο», ικανό για να εκμαιεύσει οφέλη από τον ισχυρό. Παρεπόμενα το μέγεθος της στρατηγικής επένδυσης της υπερδύναμης στον λιγότερο ισχυρό σύμμαχο, αποτελεί την ικανή-αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη μιας πελατειακής-ανταλλακτικής σχέσης μεταξύ ισχυρού-λιγότερου ισχυρού, υπό την απειλή της «τυραννίας του αδύναμου». Όπως προδηλώνεται σε έκθεση του διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (CIA) των ΗΠΑ (1987), υπάρχει ένα αέναο συμφέρον της Ουάσιγκτον για τη διατήρηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, απόρροια της γεωγραφικής της θέσης, η οποία την καθιστά μια ιδανική τοποθεσία για προβολή αεροπορικής ισχύος και αερομεταφορά φορτίων και προσωπικού προς την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία καθώς και για ναυτικές επιχειρήσεις προς την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, θα διακόψει τις διμερείς συνομιλίες με τις ΗΠΑ για την ανανέωση της συμφωνίας Αμυντικής και Οικονομικής Συνεργασίας, τον Μάρτιο του 1983, επιζητώντας αύξηση της οικονομικοστρατιωτικής εξωτερικής αρωγής. Απότοκο ήταν η εναργής μεγέθυνση του ποσού της στρατιωτικής βοήθειας από τις ΗΠΑ, προσθέτοντας στο αρχικό ποσό των 280 εκατ. δολ. επιπλέον 220 εκατ. δολ. κομίζοντας για την Ελλάδα ένα συνολικό πακέτο στρατιωτικής βοήθειας ύψους 550 εκατ. δολ., ήτοι συγκριτικά με την Τουρκία, 6.6 δολ. για κάθε 10 δολ. που λάμβανε η δεύτερη. Τοιουτοτρόπως η Αθήνα θα αξιώσει την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος ποιοτικής και ποσοτικής ισορροπίας ισχύος στο Αιγαίο, συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, μέσω της ανάπτυξης ενός προγράμματος συμπαραγωγής μαχητικών αεροσκαφών, καθώς και την αναβάθμιση της θέσης-ρόλου της, εντός της Ατλαντικής συμμαχίας. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί η πάγια στάση των ΗΠΑ ν’ αρνούνται κατηγορηματικά κάθε ρητή καταγραφή για τις εγγυήσεις ασφαλείας καθώς και για την αναλογία μεταξύ της ελληνικής και τουρκικής στρατιωτικής βοήθειας στα πλαίσια των διμερών συμφωνιών αμυντικής και οικονομικής συνεργασίας.

Εν κατακλείδι, το ερώτημα που τίθεται ως απαύγασμα της ανωτέρω περιγραφής, είναι εάν εξήντα έξι χρόνια μετά την άνευ όρων πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, και μάλιστα υπό διαφορετικές ιστορικές, γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες, απόρροια της (συστημικής) αλλαγής στην πλανητική κατανομή ισχύος-συμφερόντων, με την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την εφαρμογή της Αμερικανικής στρατηγικής της «Φιλελεύθερης Ηγεμονίας» στις μείζονες περιφέρειες της Ευρασίας, η εξαρτησιακή λογική της ελληνικής υψηλής στρατηγικής/πολιτικής εξακολουθεί να παραμένει απαράλλακτη. Ως εκ τούτου, η ασύμμετρη στρατηγική σχέση μονομερούς εξάρτησης της Αθήνας από την Ουάσιγκτον, καλείται να επαναδιατυπωθεί και να δομηθεί υπό τη βάση ισόρροπων διαπραγματεύσεων με γνώμονα την ανταλλακτική σχέση που καλείται να διαμορφώσει η ελληνική πολιτική ηγεσία, εξαργυρώνοντας τη γεωστρατηγική σημασία των αμερικανικών βάσεων στην ελληνική επικράτεια για την προάσπιση της εσωτερικής-εξωτερικής της κυριαρχίας και την πρόσκτηση απτών οικονομικοστρατιωτικών και πολιτικοδιπλωματικών ανταλλαγμάτων.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

photo: sofokleousin.gr