Να θυμηθώ με κάμανε

Είπα να μην αναφερθώ, είπα να μη σχολιάσω,
μα μία που καράφλιασα, δεν θέλω να μαλλιάσω.

Η εποχή που εδιένυσα, είχε αρχή και τέλος,
κι αυτός που τη σημάδεψε, ο Κώστας Σαμψαρέλος.

Ήταν ένας ιδιαίτερος, άνθρωπος και πολίτης,
ιδεολόγος, σοφιστής, για μας… ξενοχωρίτης.

Ήρθε ένας βλάχος στο νησί, Θεός να μας βοηθήσει,
τι ξέρει από Ζάκυνθο, και τι θα μας αφήσει.

Πολλές κουβέντες, σχόλια, ξινίλες και φαρμάκια,
που όμως στην πορεία του, θα γίνουν παλαμάκια.

Την αναγέννηση έφερε, άλλαξε δεδομένα,
πάλεψε με ημιμάθεια, και τα κατεστημένα.

Δούλεψε μόνος και έχτισε, πολέμησε χαφιέδες,

ξεστράβωσε πολύξερους, βούλωσε ντενεκέδες.
Και τέλος πάντων έμαθε, με νότες και τσι πέτρες,
να μη σας πω… πως τραγουδούν, και στο λιμάνι οι δέστρες.

Άλλες εκείνες οι εποχές, και άλλες είναι ετούτες,
τη δόξα τση ιστορίας του, την έχουνε σε κούτες.

Σχέση καμία με το χθες, οι σημερινές γιρλάντες,
κι αν θέρτε επαλήθευση, να σας τα πει κι ο «Φάντες».

Τσου χορωδούς που αγάπαγε, ήξερε να τονώνει,
και νότες να ‘βρουν τσου ‘παιζε, στο αυτί με το τρομπόνι.

Στην πρόβα όμως όλα αυτά, δεν είπα σε ταβέρνα,
τώρα υπάρχουν τακτικές, και σχέδια μοντέρνα.

Σ’ ένα θυμό του, είπε αυτό, και πριν τον αρρωστήσουν,
και τσι καρέκλες θα ‘κανα… και αυτές να τραγουδήσουν.

Ακούγετε παράλογο, όμως έχει σοφία,
δεν βγάζει ο ήλιος και η σκιά, ίδια φωτογραφία.

Επιφανείς και άρχοντες, κλέψανε τη ζωή του,
κι είχε πικρίες για να πει, τσι πήρε όμως μαζί του.

Κατά καιρούς μου έρχονται, και βγαίνουν στάλα στάλα,
για τη σβησμένη εποχή, έχω να γράψω κι άλλα.

Πάντα θα αναφέρομαι, σ’ αυτόν… υποχρέωση μου,
γιατί είναι ένα παράδειγμα, για με, και το νησί μου.

Και η Ζάκυνθος τον ετιμά, δίχως να τσου κοστίζει,
αλλά… μην πούμε πιο πολλά, τον έχουν κει που αξίζει!!!