Κάθε που λέω Ζάκυνθος

Κάθε που λέω Ζάκυνθος, μου φεύγει ένα δάκρυ,
γιατί τη βλέπω που έφτασε, σε ενός γκρεμού την άκρη.

Λυπάμαι, νιώθω την κραυγή που καίγεται… και ιδρώνω,
κόβει και την ανάσα μου, το λιγοστό οξυγόνο.

Πήρε φωτιά το πράσινο, τα δάση τσης τα καίνε,
κι έγιναν στάχτη και πληγές, μα… τα σπουργίτια φταίνε.

Ποιος άλλος κόσμος θα ‘παιρνε, του εμπρηστή τη θέση;
ο άνθρωπος; α πα πα πα, ποτέ δεν θα μπορέσει.

Νοιάζεται για τον τόπο του, το λέει και επιμένει,
μα δεν μπορεί να βρει να πει, το πως… αργοπεθαίνει.

Αργοπεθαίνει το παλιό, που ξέραμε κι αλλάζει,
και η βροχή η ευπρόσδεκτη, θα βγαίνει με χαλάζι.

Κι αν έρθουν και οι θύελλες, και οι κατολισθήσεις,
αφού επιλέγεις πρόοδο, ε… θα τσι συνηθίσεις.

Όπως συνήθισες να ζεις, σε κάθε τσης ναυάγιο,
να προσκυνάς του καθενός, το κέρατο το τράγιο.

Η Ζάκυνθος το φιόρο μας, που αντί να ομορφαίνει,
ή διάβρωση τση εικόνας τσης, από παντού τση βγαίνει.

Κατάντησε ένα έρμαιο, στα χέρια ταλαντούχων,
των δήθεν ευπολίτιστων, και των ωραίων ρούχων.

Ποτέ δεν είχε ικανούς, για να την προστατέψουν,
παρά ανθρώπους έτοιμους, για να την καταστρέψουν.

Ένα νησί με χάρισμα, την ομορφιά τση φύσης,
που ‘χε να πιεις τη θάλασσα, τον ήλιο να μεθύσεις.

Που ‘χε ευτυχία απέραντη, το χώμα το οργωμένο,
το φυτεμένο, το έφορο, και το λουλουδιασμένο.

Τώρα… οργή και απόγνωση, στο αρρωστημένο πάθος,
στα αποκαΐδια ψάχνουμε, ίσως και εκειό το λάθος.

Ψάχνουμε για την πρόληψη, που θα ‘πρεπε μα… ποίο,
εδώ ήθελε μόνο του, να αλλάξει το τοπίο.

Μην είμαστε καχύποπτοι, ας λείψουν και οι πόνοι,
ο χρόνος και η πρόοδος, αυτά τα ξεδιπλώνει.

Το μέλλον για τα επόμενα, έχει… σχέδια στο βάθος,
και εμείς όλα τα κρύβουμε, πίσω από ένα λάθος!!!