Ο ακόλουθος μου

Ένα σκυλάκι βάσανο έχω που τ’ αγαπάω,
κι έχουμε γίνει αχώριστοι, μ’ ακολουθεί όπου πάω.

Σαν σηκωθώ το χάραμα, εκειό με περιμένει,
δεν ξέρτε στο κασόνι του, με τι χαρά σαρτένει.

Χωρίς πολλά… και δισταγμούς, και λόγια δεν σηκώνει,
μου λέει ξεκίνα, πήγαινε, και φλυαρίες σώνει.

Σε εφτό το φορτηγάκι μου, που πάω στη δουλειά μου,
δεν θέλει στην καμπίνα του, ούτε στην αγκαλιά μου.

Του αρέσει και τρελαίνεται, να είναι κασονάτος,
εκεί που εξαφανίζεται… εκεί να λένε να τος.

Θέλει να παίρνει απ’ την αυγή, την ευωδιά τση μέρας,
να νιώθει στην ταχύτητα, πως γίνεται αέρας.

Του λέω κάτσε ησύχασε, μα δεν καταλαβαίνει,
του αρέσει απ’ τον «Ριζόπυργο», να ανεβοκατεβαίνει.

Έχω μπελά μεγάλονε, συνέχεια με ποστάρει,
κάθε μου βήμα το άτιμο, θέλει να το τσεκάρει.

Και δεν μπορώ να ‘ναι μαζί, που πάω για ταβλάκι,
για να του φύγω αγαναχτώ, παίζουμε κρυφτουλάκι.

Του κάνω τον αδιάφορο, και εκειό αλλού κοιτάει,
να παίζει την ουρούλα του, όμως δεν σταματάει.

Μπαίνω στο σπίτι να κλειστώ, για ύπνο να νομίζει,
και εκειό στο δρόμο βρίσκετε, και κάνει πως μυρίζει.

Παραμονεύω για να δω, που είναι… μ’ έχει σκάσει,
κι αυτό τσι εξυπνάδες μου τσι βλέπει απ’ το λιοστάσι.

Είναι από με πιο έξυπνο, λέω με το μυαλό μου,
να ξεγελάσει μου ‘θελε, το κουφιοκέφαλό μου.

Και με αναγκάζει ο Αλέκος μου, να πάω να τον δέσω,
να ξεμυτήσω μοναχός, που ελπίζω να μπορέσω.

Δεν πάει να ‘σαι δίπλα μου, κάθε φορά Αλέκο,
να ντύνομαι για έξοδο, και σε κρυφτό να μπλέκω.

Το ξέρω πως με νοιάζεσαι, θέλεις να με προσέχεις,
μα κάτσε και στο σπίτι σου, και πονηριά μην έχεις.

Τα βράδια θα ‘σαι φύλακας, κι άσεμε εμε που πάω.
παρ’ όλα αυτά είναι σύντροφος, για αυτό τον αγαπάω!!!