Το σχολείο μου

Θυμάμαι εκειά τα χρόνια μου, αχ τα μαθητικά μου,
που ‘χα του ήλιου τη χαρά, και την αγνότητα μου.

Που ήθελα… βιαζόμουνα, να μάθω να διαβάζω,
να ζωγραφίζω Ουρανούς, και χρώματα να αλλάζω.

Να παίζω και να χαίρομαι, με τ’ άλλα τα παιδάκια,
να γράφω αυτά που μάθαινα, να λέμε τραγουδάκια.

Είχα θυμάμαι όνειρα, να πραγματοποιήσω,
κι είχα βαθιά τη δύναμη, για να τα κατακτήσω.

Την τρυφερή καρδούλα μου, τον κόσμο τση ψυχής μου,
είχα μπροστά μου ορίζοντες, λευκούς τση νέα αρχής μου.

Ήταν σαν παραμύθι μου, η τάξη στο σχολείο,
και η τροφή τση γνώσης μου, το πρώτο μου βιβλίο.

Όλα εκεί τα αγάπησα, γιατί όλα μου μιλούσαν,
κι οι μυρωδιές των σχολικών, φτούνες που με μεθούσαν.

Η έδρα, ο μαυροπίνακας, η γλάστρα το λουλούδι,
και η παναγία εκεί ψηλά, με το μικρό αγγελούδι.

Είχα μια σάκα γράμματα, νεράκι για να πίνω,
μολύβι, ξύστρα, χρώματα, και γόμα για να σβήνω.

Είχα το κυπελάκι μου, και για το γαλατάκι,
μαζί μ’ αυτό η επιστάτησα, μοίραζε και τυράκι.

Και όλα αυτά μου φαίνονταν υπέροχα, μεγάλα,
στο ξύλινο θρανίο μου, και ήμουνα μια στάλα.

Ευτυχισμένος ένιωθα, την εποχή εφτούνη,
κι ακόμα που για μένανε, χτύπαγε το κουδούνι.

Το σχόλασμα ήταν τρέχοντας, στο δρόμο για το σπίτι,
ίσως γιατί συνήθιζα, του μολυβιού τη μύτη.

Η πρώτη μέρα στο σχολειό, στη μνήμη μου θα μείνει,
και η κιμωλία η λευκή, που με το χέρι σβήνει.

Και η θέση στο θρανίο μου, που μου ‘πε μ’ αγαπάει,
συνέχεια η καρδούλα μου, εκεί πως θα χτυπάει.

Θα σε διδάξω μου ‘χε πει, μια ευκαιρία δωσ’ μου,
εδώ είναι που κάθεσαι, η αρχή ενός νέου κόσμου.

Θα μάθεις να πορεύεσαι, θα ‘ρθει και η λογική σου,
αν θες να γίνεις άνθρωπος… η επιλογή δική σου!!!