Παρενοχλητική Παρακολούθηση (stalking)

Της Κατερίνας Πέττα

Η Παρενοχλητική Παρακολούθηση (γνωστή με τον διεθνοποιημένο όρο “stalking”) ορίζεται ως αφανής βία που συνίσταται στην εκ προθέσεως επαναλαμβανόμενη απειλητική συμπεριφορά, χωρίς απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης, κατά άλλου προσώπου, προκαλώντας φόβο για το ίδιο ή την ασφάλειά του.
Η συμπεριφορά του παρενοχλούντος ατόμου (stalker) περιλαμβάνει την εμμονική προσπάθειά του:
•να επικοινωνεί με το θύμα (π.χ. μέσω τηλεφώνου, διαδικτύου)
•να το παρακολουθεί εισβάλλοντας στην οικία του, στον χώρο εργασίας του, επιτηρώντας και προσεγγίζοντάς το σε κοινωνικές εκδηλώσεις
•να το συκοφαντεί διαδίδοντας ψευδείς και κακόβουλες κατηγορίες ή κουτσομπολιά μέσω της χρήσης αφισών, φυλλαδίων, διαφημίσεων ή ακόμη και δημοσιεύοντας στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υλικό με προσβλητικό/ντροπιαστικό περιεχόμενο (π.χ. σεξουαλικές φωτογραφίες)
•να τελεί πλαστοπροσωπία σε βάρος του θύματος, ενεργώντας στο όνομά του πράξεις, όπως παραγγελία αγαθών, ακύρωση υπηρεσιών, αποστολή κακόβουλων επιστολών ή ηλεκτρονικών μηνυμάτων σε άλλους, ή ακόμη και
•να χρησιμοποιεί πληρεξουσίους, στρατολογώντας άλλα άτομα για να το αναπληρώνουν στις ανωτέρω δραστηριότητες ή για να τα στρέφει κατά του θύματος.

Η παρενοχλητική παρακολούθηση δεν οριοθετείται χρονικά και μπορεί να διαρκέσει επί μακρόν, με αποτέλεσμα το θύμα να φτάσει να καταρρακωθεί ψυχικά, λόγω του φόβου που αναγκάζεται να βιώνει καθημερινά, ενώ συχνά οι στενοί φίλοι και η οικογένειά του βρίσκονται, επίσης, στο στόχαστρο της καταδιωκτικής μανίας του stalker.
Σε μια προσπάθεια σχολιασμού της ψυχοπαθολογίας του παρενοχλούντος ατόμου ιδιαίτερα επιβοηθητικές αποδεικνύονται οι επιστήμες της εγκληματολογίας και της ψυχιατρικής. Βάσει ερευνητικών ευρημάτων, καταδεικνύεται ότι πρόκειται για άτομο με παραμορφωτικές πεποιθήσεις σχετικά με την αγάπη και τη συντροφικότητα, το οποίο δεν μπορεί να διαχειριστεί την απόρριψη και καταφεύγει σε συμπεριφορές απόπειρας επιβολής, τρομοκρατώντας «τον στόχο» του και μεταφράζοντας την εμμονή του ως αληθινό ενδιαφέρον.
Από την άλλη πλευρά, το παρενοχλούμενο άτομο συνήθως σχετίζεται κοινωνικά με το παρενοχλούν άτομο (stalker) είτε σε ερωτικό είτε σε φιλικό ή συναδελφικό επίπεδο. Πολλές φορές η επικοινωνία μπορεί να εξαντλείται απλώς σε μια στοιχειώδη κοινωνική σχέση (π.χ. γείτονας, υπάλληλος καταστήματος). Μια απλή έκφραση κοινωνικής αβρότητας, όπως «καλημέρα» ή ένα χαμόγελο, ερμηνεύεται ως ενδιαφέρον. Ακόμη και εκφράσεις του τύπου «Άφησέ με ήσυχο/η», αξιολογούνται ως κάλεσμα. Ένας τρόπος που μπορεί να αποτρέψει το παρενοχλούν άτομο (stalker) να συνεχίσει την παρενοχλητική συμπεριφορά είναι η ψύχραιμη αγνόηση. Η επιδεικτική αγνόηση, όμως, που λαμβάνει τη μορφή της υπερβολής και εκδηλώνεται με ενέργειες που παρερμηνεύονται ως σημάδια προσοχής, όπως αναρτήσεις με υπονοούμενα στα κοινωνικά δίκτυα (Twitter & Facebook), προβολή ή έντονες διαχύσεις με τον/τη σύντροφο, προσβλητικές εκφράσεις, φέρουν αντίθετα αποτελέσματα, αφού ενισχύεται η εσφαλμένη πεποίθηση ότι το παρενοχλούμενο άτομο «ανταποκρίνεται».
Αξίζει να επισημανθεί ότι το φαινόμενο αυτό πλήττει κατά κανόνα γυναίκες και γι’ αυτό έχει αναγνωριστεί και αξιολογηθεί ως μορφή έμφυλης βίας.
Μιλώντας με αριθμούς, πανευρωπαϊκή έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA) σε τυχαίο δείγμα 42.000 γυναικών ηλικίας από 18 έως 74 ετών που ζούσαν στα 28 κράτη μέλη της ΕΕ, η οποία δημοσιεύθηκε το 2014, κατέδειξε ότι:
Περίπου το 18% των γυναικών στην ΕΕ των 28 έχουν πέσει θύματα παρενοχλητικής παρακολούθησης από την ηλικία των 15 ετών και άνω, ενώ το 5% των γυναικών έχουν πέσει θύματα παρενοχλητικής παρακολούθησης κατά τους 12 μήνες που προηγήθηκαν της έρευνας ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 9 εκατομμύρια γυναίκες.
Γύρω στο 14% των γυναικών έχουν λάβει επανειλημμένα προσβλητικά ή απειλητικά μηνύματα ή τηλεφωνήματα από το ίδιο άτομο και 8% είδαν κάποιον να τις ακολουθεί ή να τις περιμένει έξω από το σπίτι ή τον χώρο εργασίας.
3% επί του συνόλου των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα έπεσαν θύματα παρενοχλητικής παρακολούθησης η οποία περιλάμβανε επανειλημμένη καταστροφή της περιουσίας τους και μία στις δέκα γυναίκες (9%) έχει πέσει θύμα παρενοχλητικής παρακολούθησης από τον προηγούμενο σύντροφό της.
Η ηλεκτρονική παρενοχλητική παρακολούθηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, SMS ή διαδικτύου έχει ιδιαίτερες επιπτώσεις στις νέες γυναίκες. Πιο συγκεκριμένα, 4% επί του συνόλου των γυναικών ηλικίας 18-29 ετών, δηλαδή 1,5 εκατομμύριο γυναίκες στην ΕΕ των 28 έχουν πέσει θύματα ηλεκτρονικής παρενοχλητικής παρακολούθησης κατά τους 12 μήνες που προηγήθηκαν της έρευνας, σε σύγκριση με 0,3% των γυναικών ηλικίας 60 ετών και άνω.
Από το σύνολο των γυναικών που έχουν πέσει θύματα παρενοχλητικής παρακολούθησης, μία στις πέντε (21%) υπέστη παρενοχλητική παρακολούθηση η οποία διήρκησε περισσότερο από δύο χρόνια.
Ένα στα πέντε θύματα παρενοχλητικής παρακολούθησης (23%) αναγκάστηκε να αλλάξει αριθμό τηλεφώνου ή διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εξαιτίας του πιο σοβαρού περιστατικού.
Τα τρία τέταρτα των υποθέσεων παρενοχλητικής παρακολούθησης (74%) δεν έγιναν ποτέ γνωστά στην Αστυνομία, παρά το γεγονός ότι αυτό αφορούσε το πιο σοβαρό περιστατικό που ανέφεραν οι συμμετέχουσες στην έρευνα.

Λόγω των ανησυχητικών διαστάσεων του φαινομένου, το 2011, το Συμβούλιο της Ευρώπης υιοθέτησε τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, το πρώτο νομικά δεσμευτικό περιφερειακό κείμενο στην Ευρώπη για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, η οποία προέβλεψε με το άρθρο 34 {Μη εμφανής παρακολούθηση ή παρενόχληση (Stalking)} την αντιμετώπιση του φαινομένου με τη θέσπιση νομικών διατάξεων σε κάθε χώρα. Η χώρα μας το 2014 υπέγραψε τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, την οποία κύρωσε με τον Ν. 4531/2018 (ΦΕΚ τεύχος Α’, αρ. φύλλου 62/05-04-2018), και έτσι επετεύχθη η ενσωμάτωση νομικών μέτρων και στο εθνικό μας δίκαιο.
Έτσι, λοιπόν, ενώ παλαιότερα η παρενοχλητική παρακολούθηση τιμωρείτο ως εκδήλωση μεμονωμένων ποινικά κολάσιμων συμπεριφορών που προσβάλλουν τα έννομα αγαθά της τιμής (π.χ. εξύβριση, δυσφήμηση, συκοφαντική δυσφήμηση), της παραβίασης απορρήτων (π.χ. παραβίαση του απορρήτου των επιστολών, του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας) και της ιδιοκτησίας (π.χ. κλοπή, ληστεία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας), δυνάμει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 4531/2018 εντάχθηκε στην ελληνική έννομη τάξη και προβλέπεται πλέον αυτοτελώς, ως ποινικό αδίκημα, κατ’ έγκληση διωκόμενο, κατά τα ειδικώς οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 333 παρ.1 εδ. β’ και παρ. 2 ΠΚ, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα.
Σύμφωνα, λοιπόν, με το γράμμα των ανωτέρω ποινικών διατάξεων, «όποιος, χωρίς απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης, προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία με την επίμονη καταδίωξη ή παρακολούθησή του, όπως ιδίως με την επιδίωξη διαρκούς επαφής με τη χρήση τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου ή με επανειλημμένες επισκέψεις στο οικογενειακό, κοινωνικό ή εργασιακό περιβάλλον αυτού, παρά την εκφρασμένη αντίθετη βούλησή του, απειλείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία χρόνια ή χρηματική ποινή εάν η παρενοχλητική παρακολούθηση τελείται σε βάρος ανηλίκου ή προσώπου που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν με αυτόν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, καθώς, επίσης, και εάν τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης.» Καθίσταται σαφές ότι οι πράξεις που προσβάλλουν τη ζωή (π.χ. ανθρωποκτονία), τη σωματική ακεραιότητα (π.χ. σωματικές βλάβες), την προσωπική ελευθερία (π.χ. αρπαγή ανηλίκων) και τη γενετήσια ελευθερία (π.χ. βιασμός) συνιστούν τις πιο σοβαρές καταλήξεις της παρενοχλητικής συμπεριφοράς.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. α’ ΑΚ, 731 και 732 ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις όπου η κατάσταση γίνεται σοβαρή, ανεξάρτητα από το εάν έχει προηγηθεί καταγγελία στην Αστυνομία ή στην Εισαγγελία για την εν λόγω έκνομη πράξη, το παρενοχλούμενο άτομο, επικαλούμενο επείγουσα περίπτωση και επικείμενο κίνδυνο περαιτέρω προσβολής της προσωπικότητάς του, μπορεί να ζητήσει προσωρινή δικαστική προστασία άμεσα, ώστε να υποχρεωθεί το παρενοχλούν άτομο (stalker) να άρει την προσβολή και να μην την επαναλάβει στο μέλλον, μέσω λήψης ασφαλιστικών μέτρων, όπως, για παράδειγμα, ενδεικτικά συμβαίνει δια της απαγόρευσης επικοινωνίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο μαζί του και προσέγγισής του στον χώρο εργασίας και στην οικία του, επ’ απειλή εναντίον του χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, κατά τα ειδικώς οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ.
Η προσωπική τρομοκρατία, που έχει λάβει επιδημικές διαστάσεις στις μέρες μας, πλήττει τα πιο ακριβά ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα και ντροπιάζει τον πολιτισμένο κόσμο. Ο σημαντικός αντίκτυπος της παρενοχλητικής παρακολούθησης δεν αφορά μόνο το άτομο που έχει πέσει θύμα, αφού επηρεάζει τις οικογένειες, τους φίλους και την κοινωνία στο σύνολό της. Απαιτείται, λοιπόν, μια κριτική εξέταση του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία και το κράτος αντιμετωπίζουν αυτό το παραβατικό φαινόμενο. Μεταξύ των προτεινόμενων καλών πρακτικών πρόληψης κι αντιμετώπισης της εν λόγω αποκλίνουσας συμπεριφοράς περιλαμβάνονται δράσεις εκτός των στενών ορίων της ποινικής νομοθεσίας, οι οποίες κρίνεται σκόπιμο να εκτείνονται από τους τομείς της απασχόλησης, της εκπαίδευσης και της υγείας έως τις νέες τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών και να περιέχουν στοχευμένες πρωτοβουλίες ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης προς ενθάρρυνση του θύματος να καταγγέλλει στις αρχές τις προσωπικές εμπειρίες του, καθώς, επίσης, και να κάνει χρήση άλλων ειδικών υπηρεσιών ικανών να το στηρίξουν συμβουλευτικά σε επίπεδο κοινωνικής, ψυχολογικής ενδυνάμωσης και εν γένει νομικής πληροφόρησης.

Η Κατερίνα Πέττα είναι Νομική Σύμβουλος του Συμβουλευτικού Κέντρου Γυναικών Δήμου Ζακύνθου.

photo: now.uiowa.edu