Ο κυνηγός

Από τα γεννοφάσκια μου, μ΄αρέσει το κυνήγι,
κάθε που επιτρέπεται, σκάει… η καρδιά μου ανοίγει.

Γιομίζω τα φουσέκια μου, ρελιάζω και ετοιμάζω,
και σε χαρτόνι για να δω, τα σμπάρα δοκιμάζω.

Πενήντα πάσα, και εκατό, μπάλα το πάει στο στόχο,
και δεν μου φεύγει ντουφεκιά, με το σημάδι… το ‘χω.

Για φτούνο τ’ άστρο στο στρατό, με ζήλευαν λοχίες,
μα κάνω και προπόνηση, για να ‘χω επιτυχίες.

Και εφέτος ετοιμάστηκα, για Αύγουστο, Σεπτέμβρη,
και όσο για τη γιόμιση… το σπάρο να μη σ’ έβρει.

Το μόνο όμως πρόβλημα, και… που θα ναυαγήσω,
είναι αν έβρω θήραμα, για να το κυνηγήσω.

Γιατί σε τούτη Ζάκυνθο, δεν είναι πάντα Αγίου,
ούτε η εποχή εξέφυγε, του ημερολογίου.

Χαϊδεύω το τουφέκι μου, το καλο-λαδωμένο,
ποστάρω για ετοιμότητα, μα αδίκως περιμένω.

Κάνα τρυγόνι ρε παιδιά, την έβγαλα την άδεια,
βρε δεν υπάρχει πούπουλο, που είναι τα κοπάδια;

Είδε κανείς για να μου πει, που είναι που να πάρει,
μέχρι και εφτούνη η θάλασσα, έχει καινούργιο ψάρι.

Καινούργια και πρωτάκουστη, κι η ονομασία πο ‘χει,
το λένε αλμυροκούραδο, και πιάνεται με απόχη.

Με δίχτυα πιάνανε παλιά, και εφτούνα τα τρυγόνια,
τώρα… και όπως φαίνεται, αλλάξανε τα χρόνια.

Χάλασε το οικοσύστημα, αλλά εγώ τι φταίω;
κι αν ο πλανήτης φθείρεται, είναι το τελευταίο.

Η θάλασσα όπως έδειξε, βγάζει καινούργια είδη,
και εγώ δεν βρήκα πούπουλο, παρόλο το ταξίδι.

Και τι να πω ο κυνηγός, που ψάχνω να σκοτώσω,
που κάποιοι μου το στέρησαν, και δεν θα το ματώσω.

Που η θάλασσα απ’ τα χάλια μας, βγάζει καινούργια ψάρια,
που τα ‘φεραν αχόρταγοι, και μανιακά ζαγάρια.

Του κάκου εσπατάλησα, λεφτά να κυνηγήσω,
ένα μου μένει σκέφτηκα, να πάω να τρυγήσω!!!

photo: ihunt