Το Καλοκαίρι τέλος

Τέλος Αυγούστου βρε παιδιά, πως έφτασε δεν ξέρω,
πρέπει τσου μήνες που έφυγαν, στη μνήμη μου να φέρω.

Να αρχίσω από Άνοιξη, ή από Καλοκαίρι;
θα σκέφτομαι πως πέρασα, παίζοντας το μπεγλέρι.

Με εφτούνο εκουβέντιαζα, μέχρι και τον Ιούλη,
που θέλανε οι υποψήφιοι, να με κερδίσουν ούλοι.

Είχα στο νου μου τσι εκλογές, και τι θε να ψηφίσω,
μέρα και νύχτα το ‘παιζα, μέχρι να αποφασίσω.

Περάσανε… νετάραμε, κι είπα να αρχίσω μπάνια,
μα είδα απ’ αφροκάτουρα, τη θάλασσα σαμπάνια.

Άλλαξα γνώμη στη στιγμή, κι ας ήθελα, ασχέτως…
είπα πως τούτη η θάλασσα, δεν θα με δει και εφέτος.

Επλέανε τα λύματα, σ’ ούλα τα μέρη, σ’ ούλα,
κι ο ήλιος μας παρότρυνε, εκεί έχει δροσούλα.

Μα εγώ τσι ‘ριξα άκυρο, βρήκα δροσία άλλη,
αυτό που μέσα μου άδιαζε, τση σούπας το κουτάλι.

Με το κιλό το παγωτό, και ντουζ μετά στο μπάνιο,
κι εκείνη η απόλαυση… αέρια από μεθάνιο.

Οι μέρες ήταν δύσκολες, κουραστικές με σκόνη,
φωλιές σκουπίδια μόνιμα, και η βρώμα να σκοτώνει.

Και ζέστη, ζέστη αφόρητη, και νεύρα στο καπάκι,
κι εκεί προς τον ορίζοντα, ούτε ένα συννεφάκι.

Η πόλη ένα μπάχαλο, κι εμείς στο ίδιο λούκι,
φραγμένα πεζοδρόμια, και ΙΧ μπουλούκι.

Και περιμένω πως και πως, να γίνουνε τα ρόδια,
και να περάσω όπως παλιά, τη χώρα με τα πόδια.

Να σεργιανίσω βρε παιδιά, λίγο με ησυχία,
να μην ακούω των μουρλών, τα διαπασών ηχεία.

Και νεύρα, νεύρα, νεύρα ναι, και βρώμα, βρώμα, βρώμα,
η αναβροχιά, η κουφόβραση, ξεθώριασαν το χρώμα.

Θα δούμε τώρα η αλλαγή, τι πρόκειται να φέρει,
θα ζωντανέψει μία μπουκιά; κανένας δεν το ξέρει.

Αφού από πάντα επικρατεί, αυτό που ‘χουν εφεύρει,
ο γλύψας λέει… του γλύψαντος, ισχύει και Σεπτέμβρη!!!

photo: digital-camera