Η κατάλυση του οράματος της Μεγάλης Ελλάδας στη Μικρασία


Του Διονύση Τσιριγώτη

Ήταν η αποφράδα ημέρα της 13ης/ 26ης Αυγούστου του 1922 (παλαιό/νέο ημερολόγιο) που σήμανε την οριστική κατάλυση του οράματος της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών μετά τη «μεγάλη» αντεπίθεση των κεμαλικών στρατιωτικών δυνάμεων, στο νότιο τμήμα του υπερεκτεταμένου ελληνικού μετώπου, στην προεξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ. Η νικηφόρα έκβαση της αντεπίθεσης του Μουσταφά Κεμάλ αποδίδεται στην επίτευξη του αντικειμενικού στρατιωτικού του στόχου ∙ στην καταστροφή του κέντρου βάρους της ελληνικής στρατιάς Μικράς Ασίας μέσω μιας αποφασιστικής μάχης. Όπως ο ίδιος ο Κεμάλ αναφέρει:
«Ἡ Διοίκησις τοῦ μετώπου ἀπεφάσισεν ὅθεν νὰ προβῇ εἰς τὰς τελευταίας προετοιμασίας, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐπίθεσις εἰς τὸν τομέα τῆς Ιης Στρατιᾶς μεταξὺ Ἀκὰρ καὶ Ἀχοὺρ Ντάγ. Σκοπὸς τῆς ἐπιθέσεως θὰ εἶναι νὰ νικηθῇ ὁ ἐχθρὸς εἰς μεγάλην μάχην ἐκ παρατάξεως καὶ νὰ ἐκριφθῇ πρὸς βορρᾶν».

Ωστόσο η τελική έκβαση του ελληνικού Μικρασιατικού εγχειρήματος αποδίδεται σ’ ένα σύνολο παραγόντων που συνδέονται με τη γενικότερη διαδικασία διαμόρφωσης-εφαρμογής της πολιτικής/υψηλής στρατηγικής των μετανοεμβριανών ελληνικών κυβερνήσεων.
Αναλυτικότερα, τα σημεία τρωτότητας της ελληνικής υψηλής στρατηγικής εντοπίζονται στην προορατική αδυναμία της μετανοεμβριανής κυβέρνησης να διαγνώσει τις άμεσες εξωτερικές απειλές. Συγκεκριμένα αναφερόμαστε στη διακοίνωση των δυνάμεων της Ανταντ –Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία– τον Δεκέμβριο του 1920 για επιβολή διπλωματικού-οικονομικού αποκλεισμού της Ελλάδας, στην περίπτωση επανενθρόνισης του βασιλιά Κωνσταντίνου. Γεγονός που επαληθεύτηκε μετά το συντριπτικό ποσοστό (98%) υπέρ της επανόδου του βασιλιά Κωνσταντίνου στο δημοψήφισμα της 5ης Δεκεμβρίου 1920, οδηγώντας στην αναστροφή των στρατηγικών προσανατολισμών των δυνάμεων της Ανταντ. Μέσω της σύναψης μιας σειράς διμερών συνθηκών με την κεμαλική κυβέρνηση – Ιταλοκεμαλική (Ιούλιος 1921) και Γαλλοκεμαλική (Οκτώβριος 1921) συνθήκη– σε συνέχεια της προ ηγηθείσας Ρωσοκεμαλικής συνθήκης (Συνθήκη Alexandropol, Νοέμβριος 1920).
Εξίσου προβληματική κρίνεται και η αμετροέπεια της μετανοεμβριανής κυβέρνησης, κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του αντικειμενικού πολιτικού στόχου της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, σε συνάρτηση με τους διατιθέμενους συντελεστές ισχύος. Αν και θα μπορούσε κανείς να επικρίνει τον Βενιζέλο, αναφορικά με τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες της Αθήνας για την ανάληψη του πολιτικοστρατιωτικού εγχειρήματος στην Ιωνία, καθίσταται αναμφίλεκτα απαγορευτική ακόμα και η απλή σκέψη της συνέχειας της ελληνικής στρατιωτικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία, υπό συνθήκες οικονομικής απίσχνασης. Για να γίνει κατανοητή η τάξη μεγέθους των εξόδων της εκστρατείας, αρκεί να αναφέρουμε ότι το συνολικό ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τον Μάιο του 1919 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1920 ανέρχονταν σε 1.018.012.000 φράγκα, ενώ οι συμμαχικές πιστώσεις που είχε διασφαλίσει ο Βενιζέλος για το 1918, ανέρχονταν στις 850.000.000 δρχ. χωρίς ωστόσο να είναι άμεσα ρευστοποιήσιμες, όπως και οι νέες πιστώσεις που έλαβε από Αγγλία-Γαλλία ύψους 100.000.000 φράγκων για το 1919.
Το καίριο ζήτημα στο περιβάλλον αυτό συνέχεται με την απόφαση των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων για συνέχιση και εντατικοποίηση του πολιτικοστρατιωτικού εγχειρήματος στη Μικρά Ασία. Υπό την απουσία εναλλακτικών στρατηγικών επιλογών, συνωθούνται στην επιλογή μιας κοντόθωρης επιθετικής στρατιωτικής στρατηγικής με αντικειμενικό στόχο την καταστροφή των στρατιωτικών δυνάμεων του Κεμάλ. Η πολιτική αυτή πράξη αποτελεί το τρίτο κατά σειρά σημείο τρωτότητας της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, στο βαθμό που δεν συνεκτιμήθηκαν οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για τη συνέχιση της εκστρατείας. Όπως ορθά ο Ε. Βενιζέλος είχε επισημάνει, ο πόλεμος δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μέσο για τη δημιουργία ενός περιφερειακού, περιβάλλοντος ασφαλείας για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Ιωνίας και συνεπαγόμενα για την πραγμάτωση του αέναου πολιτικού στόχου της εθνικής-εδαφικής ολοκλήρωσης–Μεγάλη Ιδέα. Χαρακτηριστικά, σε επιστολή του προς τον στρατηγό Δαγκλή, (21.7.1921), ανέφερε:
«Ἡ ἄρνησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ καὶ κατ’ ἀρχὴν κἂν τὴν μεσολάβησιν τῶν Δυνάμεων ἀποτελεῖ τὸ τελευταῖον κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἔγκλημα τῶν Κυβερνητῶν αὐτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος περὶ συνεχίσεως τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅταν διὰ τῆς ἐπανόδου τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῆς συνεπείᾳ ταύτης διαρρήξεως τῆς συμμαχίας μὲ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἀνετράπη ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς ἐκείνης;».

Ειδικότερα, η αδυναμία επίτευξης μιας αποφασιστικής νίκης, λόγω των διαφορετικών στρατιωτικών στρατηγικών –άμεση προσέγγιση για τον ελληνικό τακτικό στρατό με στόχο τη διεξαγωγή μιας αποφασιστικής μάχης, έμμεση προσέγγιση με στρατηγική ανταρτοπόλεμου για τις άτακτες κεμαλικές δυνάμεις (τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 1921)– θα οδηγήσει σε μια παρατεταμένη στρατιωτική επιχείρηση προς την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας για την επίτευξη του αντικειμενικού στρατιωτικού στόχου –καταστροφή των κεμαλικών στρατιωτικών δυνάμεων. Το γεγονός ότι η στρατηγική του Κεμάλ αποσκοπούσε στην εξουθένωση των ελληνικών δυνάμεων, παρασύροντάς τις στη Μικρασιατική ενδοχώρα, μακριά από τις γραμμές ανεφοδιασμού -επικοινωνιών τους και ενεργώντας υπό ακραίες επιχειρησιακές συνθήκες, επιβεβαιώνεται από το αποτέλεσμα των επιθετικών επιχειρήσεων πέρα από τον Σαγγάριο και τη διάβαση της Αλμυράς Ερήμου. Ήταν η διακοπή της ελληνικής επίθεσης, μετά τις επιτυχημένες στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ιούλιου (1921) και την κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ, του Εσκή Σεχίρ και της Κιουτάχειας, που θα επιβεβαιώσει την αξιωματική παραδοχή του Πρώσου στρατιωτικού και θεωρητικού του πολέμου, Καρλ Βον Κλαούζεβιτς για τη συνέχεια της επιθετικής δράσης, ακόμη και μετά τη νίκη, με στόχο την καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αμυνόμενος θα αγοράσει χρόνο για την ανασύνταξη των δυνάμεων του, όπως ακριβώς συνέβη με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Κεμάλ. Αντίστροφα, η ελληνική στρατιά Μικράς Ασίας υπερέβη τα όρια της επιθετικής της δράσης κατά το πέρας των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ιουνίου-Ιουλίου 1921, χωρίς ωστόσο να επιτύχει τον αντικειμενικό στρατιωτικό της στόχο –την καταστροφή των κεμαλικών δυνάμεων.
Οι έγκαιρες προειδοποιήσεις του Έλληνα αρχιστράτηγου Α. Παπούλα και του Ε. Βενιζέλου για συνθηκολόγηση και στρατιωτική απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία δεν συνυπολογίσθηκαν από την ελληνική πολιτική ηγεσία, γεγονός που αποδείχθηκε καθοριστικό για την έκβαση του αποτελέσματος.
Ο αντιστράτηγος Παπούλας, διαγιγνώσκοντας την υπέρβαση του κορυφαίου σημείο της ελληνικής επίθεσης, θα υποστηρίξει, ως βέλτιστη λύση στο αδιέξοδο της ελληνικής στρατιωτικής στρατηγικής, τη σύναψη ανακωχής, κατοχυρώνοντας όσον το δυνατόν ευρύτερα εδαφικά τετελεσμένα.

«[…] υποβάλλω εντύπωσίν μου ότι ο αγών τείνει προσλάβη ως εξ ισοπάλου αντιμετώπων δυνάμεων χαρακτήρα αγώνος χαρακωμάτων […] Ούτος έσεται επ’ωφέλεια εχθρού διαρκώς συμπληρούντος ελλείψεις του και οχύρωσιν εδάφους […]
Παράτασιν επιχειρήσεων θεωρώ επικίνδυνον […] Στρατός απέδωκε ότι ηδύνατο […]
Επίτευξις ταχείας ανακωχής κατόπιν μέχρι σήμερον επιτυχίων θα ήτο αρίστη λύσις και από ηθικής απόψεως και συμφέροντος Στρατεύματος».

Τελευταία και εξίσου σημαίνουσα παράμετρος που θα πρέπει να αποτιμηθεί είναι η εσωτερική και εξωτερική απονομιμοποίηση της πολιτικής των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων. Από τη μια πλευρά, η απόφαση για συνέχιση και εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία δεν ενέχει καθολική αποδοχή από το σύνολο της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας. Εκτός του ευμεγέθους αριθμού των φυγόστρατων και των λιποτακτών, που άγγιζε τις 90.000, μία ομάδα Ελλήνων ανώτατων αξιωματικών υπεισέρχεται σε προπαρασκευαστικές ζυμώσεις/διεργασίες για την εκδήλωση πραξικοπήματος με στόχο την ανατροπή της ελληνικής κυβέρνησης και την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου. Από την άλλη πλευρά, με δεδομένη την μεταστροφή της εξωτερικής πολιτικής των δυνάμεων της Ανταντ, ευθύς με την επανεθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου, ήταν θέμα χρόνου η ολική αναθεώρηση των όρων της συνθήκης των Σεβρών. Είναι η επιτακτι¬κή πολιτικοστρατηγική αναγκαιότητα των δυνάμεων της Αντάντ για τη στρατιωτική τους απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία, που συνώθησε στην ικανοποίηση των πολιτικών αξιώ¬σεων του Κεμάλ για επαναφορά του προηγούμενου εδαφικού καθεστώτος στην περιοχή.
Εν ολίγοις, η τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρα¬τείας δύναται να αποδοθεί στην ανασύνταξη των δυνάμεων του παλαιοκομματισμού/κομματοκρατίας που υπονόμευσαν εσωτερικά το πρόταγμα της εθνικής ολοκλήρωσης, με αποτέλεσμα η ανορθολογική πολιτική απόφαση για συνέχιση της εκστρατείας, υπό την απουσία εξωτερικών διπλωματικών-οικονομικών συντελεστών ισχύος, να οδηγήσει στην στρατηγική υπερεπέκταση της ελληνικής στρατηγικής στη Μικρά Ασία και στην εκρίζωση των ελληνικών πληθυσμών της Ιωνίας.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

photo: pontos-news