Εγώ και ο Ντάσης

Βραδιά Δεκαπενταύγουστου, με πυρκαγιές και εντάσεις,
η φύση με πανσέληνο, η αύρα, εγώ και ο Ντάσης.

Η γιορτινή μας διάθεση, βαθιά αποτυπωμένη,
μια βραδιά… πως να το πω, παράδοση ντυμένη.

Πανηγυράκια ολούθενες, με φόντο το φεγγάρι,
και σ’ όλα μεγαλόπρεπη, με αρχοντιά και χάρη.

Εορταστική η σκέψη μας, σημαίες κι η μπασία,
για την ημέρα το ‘δειχνε, μέχρι κι η ενδυμασία.

Κάμαμε τον ανήφορο, μ’ ένα Ουρανό καθρέφτη,
αποβροχάρης στο βουνό, κι η νύχτα να αργοπέφτει.

Καιρός ετούτος για φωτιά, μου αμολάει ο Ντάσης,
στου «Καταλούπου» να ανεβείς, αν σ’ έβρει.. δεν θα φτάσεις.

Νικόλα μην τη μελετάς, την έχω τη γλυκάδα,
τούτες τσι μέρες δυστυχώς, καίγεται ούλη η Ελλάδα.

Είχε πολλά κατάλοιπα, φωτιάς η διαδρομή μας,
και ανατριχίλα η σκέψη μας, σε ούλο το κορμί μας.

Φτάσαμε στην παράδοση, νωρίς… δεν είχε ακόμα,
και τα ψητά στα κάρβουνα, δεν είχαν πάρει χρώμα.

Θαυμάζαμε το πέτρινο, παλιό καμπαναρίο,
τα σκαλιστά στολίδια του… μα είχε λίγο κρύο.

Και βουβαμάρα νεκρική, και ενδιαφέρον διόλου,
και εφτούνο όσο κάτσαμε, δεν ήχησε καθόλου.

Έλειπε κάτι… έλειπε, για αυτό τι να σκεφτούμε;
ξέραμε από πρωτύτερα, εκεί τι θα γευτούμε.

Σουβλάκια δοκιμάσαμε, δεν ήτανε λουκούμι,
και σαν πανηγυριώτικα, μας έκοψαν κουστούμι.

Κι ήρθε η ικανοποίηση, να ακούμε… «πότε Βούδας»,
στο σκαλιστό το πέτρινο τραπέζι, «πότε Κούδας».

Κάμαμε τον κατήφορο, λίγο τσουρουφλισμένοι,
με πλήρη απογοήτευση, και προβληματισμένοι.

Έχασε λέω έδαφος, φίλε η παράδοση μας,
πάμε μου λέει στο πόστο μας, να αλλάξει η διάθεση μας.

«Στο περιβόλι του Ουρανού», που έχει και το χρώμα,
εκεί που κάτι γίνεται, και το βαστάμε ακόμα!!!