Οι σκέψεις τρέχουνε

Ψάχνεις τσι μέρες άδικα, λίγη χαρά να κλέψεις,
μέρες που δεν γνωρίζονται, και σε γεμίζουν σκέψεις.

Μπήκαμε σ’ άλλες εποχές, περάσαμε απ’ τα χρόνια,
που ‘χαμε τ’ άστρα σκέπη μας, κρεβάτι μας τα αλώνια.

Που ο ήλιος μας κολάτσιζε, πριν χάσει η αυγή το χνούδι,
που η μέρα είχε τα κέφια τσης, κι έκλεινε με τραγούδι.

Οι σκέψεις τώρα τρέχουνε, λες και χορό θα στήσουν,
χωρίς να ξέρουν που θα βγουν, και που θα σταματήσουν.

Κι η εποχή κωπηλατεί, στο σύνηθες ταξίδι,
μ’ αρρωστημένη απιδιά, και χαλασμένο απίδι.

Με ταραγμένα τα μυαλά, με σύγχυση στη φύση,
ξοπίσω κι η παράδοση, που ‘χει μισομαδήσει.

Αλλάξανε τα πράματα, αλλάξανε κι οι ανθρώποι,
εκλείπουν οι συνήθειες, εκλείπουν και οι τρόποι.

Κι αναπολείς το παρελθόν, κοιτώντας το παρόν σου,
παρόν με εικόνα διάβρωσης, δράμα των ημερών σου.

Χάνεται μια παράδοση, ποιος άραγε το ξέρει;
χάθηκε απ’ τσι καμπάνες μας, το ανθρώπινο το χέρι.

Απ’ τα κωδωνοστάσια, λείπει ο κλαμπανάρης,
με ένα κουμπί σημένουνε, και πως ήχο να πάρεις.

Τα πρωινά τση Κυριακής, απ’ τα καμπαναριά μας,
φαίνεται αυτό το άψυχο, και η κακομοιριά μας.

Και εγώ γυρεύω μάταια, λίγη χαρά να κλέψω,
για να περάσω μια εποχή, δίχως να καταστρέψω.

Φωτιά ο μήνας Αύγουστος, καυτός δίχως ελπίδα,
ψάχνεις βροχούλα για δροσιά, μα ψήνεται η σταφίδα.

Θέλεις το ένα να συμβεί, που σε ενοχλεί στον κάλο,
παράλληλα το σκέφτεσαι, δεν θες να χάσεις τ’ άλλο.

Όλα δικά σου και καλά, θες Αύγουστο και ρόδια,
για χάρη του αυτοκίνητου, ξεχάσαμε τα πόδια.

Δεν έχει νόημα η ζωή, χωρίς το κινητά μας,
για αυτό είναι σε έξαρση, κι η ηλιθιότητα μας.

Και οι μέρες πάνε κι έρχονται, κι όλο να τη βολέψεις,
μα στην πραγματικότητα, ψάχνεις χαρά να κλέψεις!!!