H εποχή

Η εποχή των νιάτων μου, πάντα περνάει απ’ τη μνήμη,
περνάει σαν αύρα, σαν σκιά, σε κάθε καλντερίμι.

Κι αναπολεί τσι ευωδιές, των γιασεμιών τα κλώνια,
τα σαρωμένα ευλαβικά, αυλούλες και πορτόνια.

Ήταν κι αυτή μια εποχή, με τα προβλήματα τσης,
είχε κι αυτή αναμφίβολα, τα υπέρ και τα κατά τσης.

Δεν είχε για κανένανε, ότι τραβάει η ψυχή του,
είχε ότι βγάζει ο κήπος του, να φάει… την εποχή του.

Δεν είχε πολυτέλειες, σούπερ τεχνολογία,
και στη βδομάδα ξέραμε, υπήρχε και η αργία.

Απλά κυλούσε η εποχή, δεν ήτανε ξεφτέρι…
δίχως ανάσα τρέξιμο, και κινητό στο χέρι.

Είχε όμως το χρώμα τσης, είχε αντοχή το χώμα,
κι αυτό γιατί απάνω του, είχε πιο λίγη βρώμα.

Από καλή μας φύλαξη, αλλά και από ανθρώπους,
που σήμερα διασύρεται, παντού με χίλιους τρόπους.

Ποίονε γνοιάζει τι θα πουν, και τι θα ομολογήσουν;
και ποίοι θα κάτσουν με μυαλό, προβλήματα να λύσουν.

Η εποχή διατίθεται, και για άλλες επενδύσεις,
κι αν έρχεται η εξέλιξη, γιατί να εμποδίσεις;

Αλλάζουν όλα πρόσωπο, για το καλό μας λένε,
μα στα βαθιά τση θάλασσας, και τα ψαράκια κλαίνε.

Εμείς σαν όντα ανθρώπινα, δεν κλάψαμε ακόμα,
γιατί ο πόνος που ‘ρχεται, δεν έφτασε στο σώμα.

Όσοι στεγνοί και αδιάφοροι, τον τόπο τσους λερώνουν,
αθώοι, και αμέριμνοι, το τίμημα πληρώνουν.

Και τρέχει η μέρα σαν τρελή, κι όλα τα συνεπαίρνει,
μες την ορμή ποιός αντιδρά, που τόνους βρώμα φέρνει;

Κανείς… γιατί είναι ανήμπορος, μέσα σ’ αυτή τη δίνη,
μιας εποχής ερμαφρόδιτης, που τείνει να φαρδύνει.

Δεν έχει πισωγύρισμα, και οι αναπολήσεις,
στη μνήμη εκεί θα τριγυρνούν, δίχως σταθμό και λύσεις.

Μα αλλάζουν γρήγορα οι γενιές, κι ακμάζει η ευκολία,
κι αν θε να μάθουν για εποχές… θα γράφουν τα βιβλία!!