Η δύναμη της Ματαιοδοξίας

Της Γιώτας Ξένου

“Ο άνθρωπος μοιάζει με κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο πραγματικός εαυτός του και ο παρονομαστής η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Όσο μεγαλύτερος ο παρονομαστής, τόσο μικρότερη η αξία του κλάσματος. Και όσο ο παρανομαστής διογκώνεται προς το άπειρο, τόσο το κλάσμα τείνει προς το μηδέν”.
(Λέων Τολστόι, 1828-1910, Ρώσος συγγραφέας)

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ματαιοδοξία υπάρχει σε κάθε άνθρωπο και παίρνει διαφορετικές μορφές, ανάλογα με το πώς την παρουσιάζει ο καθένας. Η ματαιοδοξία, όταν αντικαθίσταται από τη λέξη ¨φιλοδοξία¨, που ηχεί πιο όμορφα (!), μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα στην εξέλιξη του ανθρώπου. Όταν όμως, η ματαιοδοξία – αλαζονεία – απληστία, όπως θέλετε πείτε το, ξεπεράσει έναν ορισμένο βαθμό, μπορεί να αποβεί μοιραία για τον άνθρωπο, με καταστροφικά αποτελέσματα στη ψυχοσύνθεση του.
Πράγματι, είναι ανησυχητική η έξαρση του φαινομένου του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό του status, διακατέχεται από μια υπέρμετρη αλαζονεία, που απόρροια της είναι η ματαιοδοξία, και προσπαθεί να πετύχει μια αποδοχή από το κοινωνικό περιβάλλον, προκειμένου να εξασφαλίσει την ικανοποίηση του «Εγώ» του και τον έντονο ναρκισσισμό του.
Η «δόξα» που κυνηγάει ο σύγχρονος άνθρωπος, στρέφεται σε θέματα που δεν έχουν ουσιαστική σημασία και στερούνται των βασικών ηθικών αξιών, απαραίτητων για μια ποιοτική ζωή, χωρίς να είναι απαραίτητη η απόκτηση υλικών αγαθών μέσω του υπέρμετρου καταναλωτισμού.
Σε όλο αυτό το «κυνηγητό» της δόξας και της αναγνώρισης, έρχεται να προστεθεί και να ενισχύσει την ματαιοδοξία, η αυτοπροβολή του ανθρώπου στον πλασματικό κόσμο των social media. Ένα προφίλ γεμάτο “selfies” δείχνει την μεγάλη ανάγκη του ανθρώπου, τόσο για αναγνώριση και αποδοχή απ’ τους άλλους, όσο και έλλειψη αυτοπεποίθησης.
Ο ματαιόδοξος άνθρωπος υιοθέτει κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα που παρεμποδίζουν τον δρόμο προς την εξέλιξη, μέσω της αυτογνωσίας και της αποδοχής του εαυτού μας και τα οποία είναι ανασταλτικά στη σύναψη υγιών ανθρώπινων σχέσεων. Συγκεκριμένα, ο ματαιόδοξος άνθρωπος δεν μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε μορφή κριτικής, καθώς δεν δύναται να κάνει ο ίδιος αυτοκριτική – βασικό γνώρισμα που θα πρέπει όλοι οι άνθρωποι να έχουν την ικανότητα να ασκούν- με αποτέλεσμα να διακατέχεται από το λεγόμενο σύμπλεγμα ανωτερότητας.
Όπου, ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του αλάνθαστο, αψεγάδιαστο, ικανό για οτιδήποτε, χωρίς περιθώρια σφάλματος, καθώς ο «τέλειος άνθρωπος» (όπως θεωρεί τον εαυτό του) δεν κάνει λάθη και αν κάνει νομίζει πως δεν ευθύνεται ο ίδιος για αυτά, αλλά οι άλλοι που τον οδήγησαν να πράξει καθ’ αυτό τον τρόπο.
Στην ουσία όμως πρόκειται για αισθήματα κατωτερότητας, τα λεγόμενα «κόμπλεξ», ένας εκλαϊκευμένος ψυχολογικός όρος, που στην πραγματικότητα αποτελεί ψυχολογικό πρόβλημα, που χρήζει συγκεκριμένης θεραπευτικής παρέμβασης. Πρόκειται για ένα αίσθημα μειονεκτικότητας και ανεπάρκειας, όπου το άτομο που το αισθάνεται αποκτά μία εγωιστική, ίσως επιθετική κάποιες φορές, στάση, η οποία -καθόλου σπάνια- στρέφεται ενάντια στις ανάγκες και τις επιθυμίες του ίδιου του εαυτού. Οι άνθρωποι που νιώθουν μειονεκτικά, συχνά υποτιμούν όσους πραγματικά ενδιαφέρονται γι’ αυτούς και αδυνατούν να καταλάβουν ότι κάποιος μπορεί να τους αγαπάει πραγματικά για αυτό που είναι, χωρίς να επιζητούν κάποιο αντάλλαγμα από αυτούς.
Για τον λόγο αυτό τα ματαιόδοξα άτομα, οδηγούνται σταδιακά στην κοινωνική απομόνωση, καθώς ποιος θα ήθελε για φίλο του κάποιον που αναλώνεται στην απόκτηση όσο γίνεται περισσότερων χρημάτων, δόξας και εξουσίας, προκειμένου να πετύχει την κοινωνική άνοδο που θα τον κάνει να νιώσει κάποιο επιφανειακό αίσθημα πληρότητας και θα μπορούσε να πατήσει ¨επί πτωμάτων¨ ;
Γιατί το βασικό γνώρισμα των ματαιόδοξων ανθρώπων είναι η επιφανειακή ικανοποίηση, που θα επιφέρει μια πρόσκαιρη επιτυχία, η οποία χάνεται μετά την επίτευξη των εκάστοτε στόχων που επιτυγχάνονται και οι οποίοι στόχοι δεν είναι πραγματικά επιθυμητοί αλλά σύμφωνα με τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις. Μέχρι να τεθούν νέοι στόχοι και να καταπιαστεί ο άνθρωπος με την επίτευξη τους και να ξανά αισθανθεί την ικανοποίηση που τόσο πολύ έχει ανάγκη.
Και μετά τι;
Περνάνε τα χρόνια κι έρχεται η συνειδητοποίηση από τον άνθρωπο πως η επίπλαστη ευτυχία, που τόσα χρόνια αναζητούσε δεν επέρχεται με την απόκτηση υλικών αγαθών και κοινωνικής αναγνώρισης, αλλά με την υιοθέτηση σωστής συμπεριφοράς, διαποτισμένης με ηθικές αξίες και αρχές, που θα βοηθήσουν το άτομο να αποτελεί υγιές πρότυπο ανθρώπου – πολίτη, προς μίμηση.
Τυχεροί οι άνθρωποι που στον απολογισμό της ζωής τους, έρχονται αντιμέτωποι με τον εαυτό τους και νιώθουν αισθήματα υπερηφάνειας και πληρότητας για όσα ενάρετα έχουν καταφέρει, με βασικό τους όπλο την αληθινή προσωπικότητα τους.

Η Γιώτα Ξένου είναι Κοινωνική Λειτουργός στο Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας του Δήμου Ζακύνθου.

photo: cnn