Από τη διαφαινόμενη διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας στη διαμόρφωση ενός καθεστώτος ελληνοτουρκικής συνεργασίας

Του Διονύση Τσιριγώτη

Πολλές εντυπώσεις περί μιας ενδεχόμενης συνεκμετάλλευσης-συνεργασίας στο Αιγαίο-Κύπρο έχουν δημιουργήσει, μια σειρά δηλώσεων από τους επικεφαλής του Ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, αρχής γενομένης από τον περασμένο Μάρτιο, με τη δήλωση περί μοναχοφάηδων, για να ακολουθήσει η επίσημη αναγνώριση ότι δεν «μπορεί κάποιος να αποκλείσει από αυτή την περιοχή την Τουρκία η οποία έχει τόσα χιλιόμετρα ακτή στη Μεσόγειο» και την πρόσφατη τοποθέτηση του νέου επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας για τις «χιλιάδες συνέργειες από τον τουρισμό έως την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων», μεταξύ Αθήνας-Άγκυρας. Εάν συνυπολογίσουμε και την προηγούμενη διαπίστωση του Αμερικανού, αρμόδιου για θέματα ενέργειας, Ρίτσαρντ Μόρνινγκσταρ (2012) ότι «υπάρχουν πολλοί τρόποι για να» προχωρήσει η ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας-Τουρκίας, αναφερόμενος «σε περιπτώσεις όπου χώρες κατέληξαν σε εμπορικές διευθετήσεις και άφησαν το θέμα της οριοθέτησης για το μέλλον» σε συνδυασμό με τις πρόσφατες «δηλώσεις από το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ, […] τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, […] τον Εμανουέλ Μακρόν, […] και από το Σεργκέι Λαβρόφ» που υπογραμμίζουν την «ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού», οδηγούμαστε αβίαστα σε μια διαφαινόμενη αλλαγή του εδαφικού καθεστώτος στην περιοχή.
Χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε το κεντρικό στρατηγικό ρόλο των ΗΠΑ, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε και τα διαπλεκόμενα γεωστρατηγικά συμφέροντα και των άλλων περιφερειακών δυνάμεων –Αγγλία, Γαλλία– που αντιπαραβάλλονται με τις προδηλώμενες αξιώσεις ισχύος της Άγκυρας για την ενεργή της συμμετοχή στο διαμοιρασμό των ενεργειακών κοιτασμάτων της Κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) αλλά και στο Αιγαίο. Ως εκ τούτου, η σταδιακά κλιμακούμενη εφαρμογή της στρατηγικής της εξαναγκαστικής διπλωματίας των «πλωτών γεωτρυπάνων» από την πλευρά της Άγκυρας στην Κυπριακή ΑΟΖ, με τη δημιουργία ενός τετελεσμένου, από τη γεώτρηση του «Πορθητή» (Fatih) σε μη οριοθετημένο τμήμα της Κυπριακής ΑΟΖ, σε συνδυασμό με την αποστολή του δεύτερου πλωτού-γεωτρυπάνου «Γιαβούζ» (Yavuz) στα ανοιχτά της Καρπασίας, και με το «Μπαρμπαρός» να δραστηριοποιείται για σεισμογραφικές έρευνες στη θαλάσσια περιοχής μεταξύ Κύπρου – Ρόδου, θα συνωθήσει στη διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με μεθοδικές διπλωματικές κινήσεις Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και ΗΠΑ, απομειώνουν τα πολιτικοδιπλωματικά, οικονομικά και στρατιωτικά ερείσματα του προέδρου Ερντογάν. Αρχικά το Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ (15.7.2019) ανακοίνωσε την επιβολή κυρώσεων στις έκνομες ενέργειες της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ, με την εφαρμογή μιας δέσμης μέτρων σε τρεις κατευθύνσεις –αναστολή των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή νέας συμφωνίας στο τομέα των αεροπορικών μεταφορών, «το “πάγωμα” της προενταξιακής βοήθειας ύψους 145,8 εκατ. ευρώ από την ΕΕ στην Τουρκία το 2019» και την «αναστολή της χορήγησης δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για έργα τα οποία υλοποιούνται υπό την εγγύηση του τουρκικού κράτους». Ακολούθως, η αμερικανίδα υφυπουργός άμυνας, Έλεν Λόρντ, γνωστοποίησε την πρώτη δέσμη κυρώσεων για την έναρξη της παραλαβής των S-400 από την Άγκυρα (17.7. 2019): «Οι ΗΠΑ και άλλοι εταίροι στο πρόγραμμα των F-35 είναι ευθυγραμμισμένοι στην απόφαση να αναστείλουν (τη συμμετοχή) της Τουρκίας στο πρόγραμμα και να ξεκινήσουν τη διαδικασία για να απομακρύνουν επίσημα την Τουρκία από το πρόγραμμα».
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εξελίξεων, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν και σε ποιο βαθμό η συγκαιρινή διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας και ο στρατηγικός της εναγκαλισμός με τη Μόσχα, οδηγεί στη γεωπολιτική αναβάθμιση Ελλάδας-Κύπρου, καλούμενες να εξαργυρώσουν το γεωπολιτικό τους βάρος εντός της βορειοατλαντικής συμμαχίας. Ήδη η Λευκωσία, έχει δραστηριοποιηθεί στο πολιτικοδιπλωματικό πεδίο αναζητώντας αξιόπιστους συντελεστές εξωτερικής εξισορρόπησης απέναντι στις Τουρκικές απειλές και αναβαθμίζοντας τη θέση-ρόλο της στην περιοχή. Όπως επισημαίνει και ο υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας της Κύπρου, Γιώργος Λακκοτρύπης: «καταφέραμε να κτίσουμε μια αμοιβαία επωφελή σχέση με παγκόσμιας κλάσης δυνατούς παίκτες και ισχυρές χώρες, όπως το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, που έχουν τόσο το οικονομικό, όσο και το πολιτικό εκτόπισμα».
Στο πλαίσιο της ίδιας συλλογιστικής, θα πρέπει να ειδωθεί και η σύσταση του διεθνούς καθεστώτος East Med Gas Forum, με τη συμμετοχή της Αιγύπτου, Κύπρου, Ελλάδας, Ιταλίας, Ισραήλ, Ιορδανίας και Παλαιστίνης, με αντικειμενικό στόχο «τη συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου». Ενώ δεν δύναται να παροραθεί και η Γαλλοκυπριακή συμφωνία για τη χρήση των υποδομών στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» από το Γαλλικό Ναυτικό. Καθώς και οι νέες συνεργασίες στα πλαίσια του ενεργειακού προγράμματος της Κύπρου, μετά και την επιβεβαίωση (30.7.2019) για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων στο θαλάσσιο οικόπεδο 7 της Κυπριακής ΑΟΖ από την κοινοπραξία των εταιρειών TOTAL-ENI, με ποσοστό 50-50.
Ωστόσο, οφείλουμε να προσημειώσουμε ότι η διαπραγματευτική ισχύς ενός λιγότερου ισχυρού κράτους είναι απότοκη της διαμορφωθείσας κατανομής ισχύος σε πλανητικό επίπεδο, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στο είδος-μέτρο των εξωτερικών του απειλών (μία άμεση και υψηλού βαθμού απειλή περιορίζει τις επιλογές του λιγότερου ισχυρού κράτους) και στην ύπαρξη συντελεστών εξωτερικής εξισορρόπησης, μέσω πολιτικοστρατηγικών συμπράξεων με μία ή περισσότερες από τις εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις, που επιζητούν την αξιοποίηση ενός συγκριτικού πλεονεκτήματος –ενεργειακούς πόρους, γεωγραφική θέση– του πρώτου. Ως εκ τούτου και συνεκτιμώντας την αξονική αρχή της στρατηγικής των ΗΠΑ, για την ανάσχεση των ηπειρωτικών δυνάμεων στην περίμετρο της Ευρασίας καθ’ όλη τη διάρκεια της ψυχροπολεμικής-μεταψυχροπολεμικής περιόδου, η Τουρκία ανάγεται σε αναντικατάστατο γεωπολιτικό άξονα (λειτουργώντας είτε ως ανάχωμα προς το ανατολικό μπλοκ, είτε ως προγεφύρωμα για τα κρίσιμες περιφέρειες). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε έκθεση του αναπληρωτή υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, Lawrence Eagleburger, (5 Σεπτεμβρίου 1981):Η Τουρκία είναι μια χώρα ζωτικής σημασίας για ένα ευρύ φάσμα σημαντικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Δυτική Ευρώπη, στη Νοτιοδυτική Ασία και στο ΝΑΤΟ. Είναι το πλησιέστερο σημείο του ΝΑΤΟ που θα μπορούσε να απειλήσει άμεσα τη σοβιετική «καρδιά της γης». Είναι επίσης το πλησιέστερο σημείο του ΝΑΤΟ που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άμεση μετακίνηση κατευθείαν στη Νοτιοδυτική Ασία. Η αξία της Τουρκίας για τη Δύση, πραγματική και δυνητική, είναι επομένως τεράστια.
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι οι εύθραυστες ισορροπίες που δημιουργούνται στην Ανατολική Μεσόγειο με τη φαινομενική διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας, ένα και μόνο πράγμα καταδεικνύουν. Ότι μια ενδεχόμενη μεταστροφή του πολιτικοστρατηγικού της προσανατολισμού θα προκαλέσει μια ενδοσυστημική αλλαγή στην περιφερειακή ισορροπία ισχύος με άμεση αντανάκλαση στο πλανητικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό είναι πολύ πιο πιθανό η Ουάσιγκτον να εφαρμόσει τη στρατηγική του δημιουργικού χάους, υπονομεύοντας εσωτερικά το καθεστώς Ερντογάν και εξαιρετικά απίθανο να παρωθήσει την έξοδο της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ, λόγω των αναμφίλεκτων στρατιωτικών τους επενδύσεων. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο γενικός γραμματέας του NATO, Γενς Στόλτενμπεργκ, (18.7.2019):
«Η Τουρκία ως σύμμαχος του ΝΑΤΟ, είναι πολλά περισσότερα από τα S-400. Η Τουρκία ήταν ενσωματωμένο κομμάτι του συστήματος αεράμυνας του ΝΑΤΟ και έτσι θα παραμείνει».

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

photo: slpress.g