Την παίζω στο αλμυρίκι

Ήμουνα λέει κορδοτός, πάνω σ’ ένα αλμυρίκι,
σε μια αμμουδιά αμόλυντη, ανέμελο τζιτζίκι.

Και τζι τζι τζι τζι απ’ το πρωί, ακούραστα ο μεγάλος,
τραγούδι μες τον ντάβανο… δεν θα μπορούσε άλλος.

Καμάρωνα τα ημίγυμνα, χάζευα την εικόνα,
θέα καλοκαιριάτικη, κάθε λογής κοκόνα.

Εκεί κοντά και ο φίλος μου, εκειό το πειραχτήρι,
το μάτι το αθώο μου… το λέει μπανιστήρι.

Μ’ αρέσει να κοιτάω γυμνές, που λιάζονται στην άμμο,
και πιο πολύ… αντηλιακό, απάνω τσους να βάνω…

Και τζι τζι τζι τζι με καημό, τσι βλέπω κι αρρωσταίνω,
δεν έχω βλέψεις και όνειρα, μόνο βαριανασαίνω.

Είμαι ψηλά για επαφή, να νιώσω τη φωτιά τσους,
κ’ ούτε μπορώ απ’ το κινητό, να πάρω τη ματιά τσους.

Ο φίλος μου είναι ο μέρμηγκας, που δράει από κάτω,
σβέλτος πολύ και εργατικός… με παρελθόν γαμάτο.

Ψάχνει, μυρίζει ψίχουλα, τρυπώνει όπου να ‘ναι,
από το τοστ τση δίαιτας, που ούλες τσους θα φάνε.

Εγώ κάνω από πάνω τσους, τραγούδι φαντασίας,
και το κρατάω για χάρη τσους, μέχρι αναισθησίας.

Κι αυτός είναι ακράτητος, δεν ντρέπεται χουμάει,
δήθεν μου λέει εμένανε, μαζεύει για να φάει.

Τσιμπάει βαθιά, μα πιο πολύ, στα μαλακά σημεία,
για αυτό την παρουσία του, δεν δέχεται καμία.

Αρπάζει τσι σφαλιάρες του, βροντάει η ανοχή τσους,
εκεί που πάει και χώνεται, τραβάει τη προσοχή τσους.

Μουρντάρης είναι ο φίλος μου, σ’ αυτό το πανηγύρι,
ούτε εκκλησιά θα μας δεχτή, ούτε και μοναστήρι.

Δεν σε ζηλεύω μέρμηγκα, και εγώ καλοπερνάω,
με μπανιστήρι από ψηλά, χορταίνω δεν πεινάω.

Εσύ που βλέπεις ψίχουλα, σε διώχνει με μαντίλι,
με χαστουκιά που σου ‘ρχεται, ο Ουρανός σφοντύλι.

Μα το χειμώνα σκέφτομαι, δεν θα ‘χουμε να φάμε,
χειμώνα λέει ο μέρμηγκας, πεινάς… όχι πεινάμε!!!