Άλαλοι

Είμαστε κάπως άλαλοι, την εποχή ετούτη,
τρέχουμε και δεν σώνουμε, να πιάσουμε τα πλούτη.

Καταμεσής καλοκαιριού, κι η θάλασσα να βράζει,
άλλων κορμιά δροσίζονται, κι άλλων ιδρώτας στάζει.

Είναι στο φουλ τσης η σεζόν, και το νησί δουλεύει,
το ένα μέρος λιάζεται, τ’ άλλο μισό παλεύει.

Παλεύει σε ένα ωράριο, τον τρόπο το γνωστό του,
κι αυτούς που διαχειρίζονται, τον πενιχρό μισθό του.

Δουλεύει και ζορίζεται… και με σκληρές συνθήκες,
για το καλό τση ανάπτυξης, προσθέτει και προσθήκες.

Υπερωρίες κάνουνε, κορμιά μες το καμίνι,
ελπίζοντας στην άκρη τσους, μήπως και κάτι μείνει.

Μες τα μισά τση εποχής, καρδιές στη λάντζα σβήνουν,
και τα τζιτζίκια ανεμελιά, χορό στα δέντρα στήνουν.

Κι ούλα δουλεύουν άψογα, σαν τσι καλές κιθάρες,
σκουπίδια, βοθρολύματα, νησί μ’ ούλες τσι χάρες.

Γυρίζει λες… κι όλα καλά, και ανακτάται θάρρος,
λίγοι καλοί με διάθεση, σηκώνουνε το βάρος.

Γυρίζουμε σαν άλαλα, κι αγκομαχάμε όλοι,
σε ένα νησί του αλαλούμ, που φαίνεται στην πόλη.

Μια πόλη που στα μέσα τσης, σε πιάνει βουρλισία,
κι αν φτάνει στο αδιαχώρητο, δεν έχει σημασία.

Έχουμε πεύκα, έχουμε ελιές, ωραίες παραλίες,
τι να μας πουν στα μάτια μας, Γαλλίες και Ιταλίες.

Έχουμε Κάστρο Ενετικό, απ’ όλα εφοδιασμένο,
και αυτό, δίχως παράπονο, και φωταγωγημένο.

Όλα μας είναι άψογα, παράπονο κανένα,
ποιος μίσησε τον τόπο του, και μίλησε για ξένα;

Και ποιοι θα σε κατάφερναν για να τονε μισήσεις;
ίσως από τα ψεύτικα, κι απ’ τσι απομιμήσεις.

Που αυτά εδώ δεν γίνονται, επ’ ουδενί.. και εμπρώτις,
όπου κι αν κάμεις γύρω σου, υπάρχει σοβαρότης.

Δεν σε γελάει το μάτι σου, μ’ όλη αυτή τη φούρια,
γιατί δεν είμαστε οι χαζοί, δεν είμαστε γαϊδούρια!!!