Φωτιά στο Μάτι: Ένας χρόνος μετά… Το κόστος και τα διδάγματα της εθνικής τραγωδίας

Δυο μεγάλες φωτιές ξεσπούν στην Αττική. Η πρώτη στην Κινέττα. Όλες οι δυνάμεις της πυροσβεστικής είναι ριγμένες εκεί. Λίγες ώρες αργότερα μια δεύτερη εστία ξεσπά στο Νταού Πεντέλης: Ένας 65χρονος βάζει φωτιά για να κάψει ξερά κλαδιά, τη στιγμή που στην περιοχή πνέουν ισχυρότατοι άνεμοι. Είναι το δραματικό λάθος, που κάνει την ημέρα επέτειο εθνικής τραγωδίας. Το ημερολόγιο γράφει 23 Ιουλίου 2018.

Έναν χρόνο μετά και οι πληγές στο Μάτι και στον Νέο Βουτζά είναι ακόμη ανοικτές. Κοχλάζουν από τον ανείπωτο πόνο που άφησε πίσω της η εκατόμβη νεκρών. 102 ανθρώπινες ψυχές χάθηκαν, εκατοντάδες σπίτια μετατράπηκαν σε παρανάλωμα του πυρός και σχεδόν 13 χιλιάδες στρέμματα γης, έγιναν στάχτη. Και όλα αυτά μέσα σε 1,5 ώρα επέλασης της πύρινης λαίλαπας.

Αυτός είναι ο απολογισμός της μαύρης εκείνης Δευτέρας. Σήμερα η περιοχή δεν έχει αλλάξει πολύ. Κάποιοι, τυχεροί μέσα στην ατυχία τους, κατάφεραν να επισκευάσουν τις ζημιές. Άλλοι έφυγαν και μένουν μακριά από τα κατεστραμμένα σπίτια τους.

Οι μνήμες από τη φονικότερη, στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, πυρκαγιά παραμένουν νωπές. Οι αφηγήσεις είναι ακόμη ανατριχιαστικές. Και στα χείλη όλων ένα μεγάλο «γιατί;».

Κι όμως, μόλις μιάμιση ώρα ήταν αρκετή για να φανούν όλες οι δομικές παθογένειες της χώρας. Η ανύπαρκτη πολιτική προστασία, η απουσία σχεδιασμού, η αυθαίρετη δόμηση, η φυλάκιση του θαλάσσιου μετώπου αλλά και η τεράστια υποστελέχωση Πυροσβεστικής και Αστυνομίας. Ακόμη και η γραφειοκρατία που έναν χρόνο μετά δεν αφήνει τις πληγές να επουλωθούν…

Στο «τις πταίει» θα απαντήσει κάποτε η δικαιοσύνη. Τότε που η κοινή γνώμη θα το έχει πια ξεχάσει. Εκείνοι που έμειναν όμως πίσω δεν ξεχνούν. Γιατί το να βλέπεις οικογένεια, συγγενείς και φίλους να ουρλιάζουν μες στις φλόγες πριν καούν, θα σε στοιχειώνει για πάντα…

Ιάσονας Τσόλης

photo: Newsbomb