Μετά την επόμενη ημέρα

Του Διονύση Τσιριγώτη

Έχοντας κατασιγάσει οι τυμπανοκρουσίες για τους νικητές των εκλογών της 7ης Ιουλίου και με τη νέα κυβέρνηση της ΝΔ να έχει ήδη εκκινήσει τις διαδικασίες για την εφαρμογή των βραχυπρόθεσμων μέτρων του προεκλογικού της προγράμματος, θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε μια σύντομη αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος σε τρία επίπεδα –κρατικό, πολιτικό και κοινωνικό.
Σε επίπεδο κράτους και ειδικότερα κυβερνητικής γραφειοκρατίας-κρατικών υπηρεσιών, καταδεικνύεται η θεμελιώδης κοινωνική αναγκαιότητα για την ανασυγκρότηση του μηχανισμού-δομών του, με στόχο την έγκαιρη και αποτελεσματική διαχείριση των στοιχειωδών αναγκών της ελλαδικής κοινωνίας. Είναι νωπές οι μνήμες από την τραγωδία στο Μάτι, που φανέρωσε την ανυπαρξία ενός στρατηγικού σχεδίου πρόληψης-διαχείρισης φυσικών καταστροφών και κυρίως τις «ολιγωρίες του κρατικού μηχανισμού» και την πλήρη «ασυνεννοησία μεταξύ των υπηρεσιακών παραγόντων», απότοκο της απόλυτης έλλειψης επικοινωνίας, «όχι μόνον μεταξύ συναρμόδιων υπηρεσιών αλλά και εντός κάθε υπηρεσίας». Ωστόσο και όπως καταμαρτυρούν τα γεγονότα του προ ολίγων ημέρων θανατηφόρου «χτυπήματος» του τυφώνα στην περιοχή της Χαλκιδικής, η μη λειτουργία του συστήματος ειδοποίησης εκτάκτων αναγκών, επιβεβαιώνει ότι το πάθημα, για τους συναρμόδιους κρατικούς φορείς και για την ίδια την πολιτική ηγεσία, δεν έχει γίνει μάθημα.
Σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, καταγράφεται εναργώς η αναντιστοιχία μεταξύ κοινωνίας και κομμάτων. Ειδικότερα η προηγούμενη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ανέδειξε με τον πλέον εμφανή τρόπο τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος της κομματοκρατίας και κυρίως την μεταλλαγή του κόμματος από φορέα κοινωνικής διαμεσολάβησης σε πολιτικό σύστημα ιδιοποίησης του κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά το διακύβευμα του προεκλογικού αγώνα, με την «ολοκληρωτική μετάθεση της πολιτικής στο πεδίο των εντυπώσεων. Ούτε αντιπαράθεση προγραμμάτων, ούτε αντιμαχία επιχειρημάτων, ούτε αντιπαραβολή ηγετικών προσωπικοτήτων στα κομματικά επιτελεία. Μοναδική αρένα ανταγωνισμού, τα “ευρήματα” και τεχνάσματα των διαφημιστών». (Χρήστος Γιανναράς, «Μέθη αυτοχειρίας», Καθημερινή, 6.7.2019)
Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύει και το ευμέγεθες ποσοστό του 31,5% που συγκέντρωσε το απελθόν κυβερνών κόμμα μετά από τεσσερισήμισι χρόνια της πλέον επαχθούς μνημονιακής περιόδου, λειτουργώντας ως «παρασιτικός δημοσιώνας και νομέας της χώρας». Είναι ηλίου φαεινότερα τα αποτελέσματα της επονείδιστης ελληνικής πραγματικότητας που αποτυπώνεται στον αφελληνισμό της χώρας μετατρέποντάς την, σ’ ένα απέραντο «hot spot», στην αποδιάρθρωση, λόγω υποχρηματοδότησης, υποστελέχωσης και υπολειτουργίας, των στοιχειωδών δομών της δημόσιας παιδείας και υγείας, στην απομείωση του κεφαλαιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος της ζωής (ραγδαία αύξηση του ποσοστού θνησιμότητας μετά το 2010), της εργασίας (με την Ελλάδα να καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και της ιδιοκτησίας (με την απώλεια εισοδημάτων 13 δις ευρώ από τη μεσαία τάξη, από το 2011 έως το 2017). Αντ’ αυτού ενισχύθηκε το πελατειακό κράτος και γιγαντώθηκε το πρόβλημα της διαφθοράς (η έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας για το 2018 κατατάσσει την Ελλάδα στην 67η θέση στη λίστα με τις πιο διεφθαρμένες χώρες, 8 θέσεις χαμηλότερα σε σχέση με το 2017) της διαπλοκής (με την επέλαση των ΜΚΟ για τη διαχείριση του προσφυγικού και τις καταγγελίες περί κακοδιαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων) και του πολιτικού ρουσφετιού, με τον ιό του «διορίζειν συγγενείς, κολλητούς και φίλους» να χτυπά και την προοδευτική αριστερά.
Τρίτο και τελευταίο επίπεδο ανάλυσης του εκλογικού αποτελέσματος είναι το κοινωνικό και συγκεκριμένα η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που καταγράφει μια σαφή δυναμική ως προς την υπέρβαση του πολιτικού συστήματος της κομματοκρατίας. Αν και θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει το ισχυρό ποσοστό του 70 %, που συγκέντρωσαν αθροιστικά το κυβερνών κόμμα και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο, για μια σειρά από λόγους και αιτίες που συνδέονται με το μετεμφυλιακό σύνδρομο του ιδεολογικού διαχωρισμού μεταξύ αριστεράς-δεξιάς, την κομματική ταυτότητα, τις κοινωνικές δυσπλασίες που δημιουργηθήκαν από τους μηχανισμούς της βουλευτοκρατίας τα τελευταία 200 χρόνια, κ.α., εμμένει απαράλλακτο ως προς την πίστη-νομιμοφροσύνη του στα κόμματα εξουσίας, η πλειοψηφία των ψηφισάντων αποδοκίμασε τις λαϊκίστικες, πελατειοκρατικές τακτικές, έστω και περιοριζόμενη στην αλλαγή του κυβερνώντος κόμματος. Βέβαια η επαναφορά του διπολισμού στο πολιτικό σκηνικό δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για την ανάταξη της ελλαδικής κοινωνίας και την κατάργηση του καθεστώτος της κομματοκρατίας. Εκτός εάν συνυπολογισθεί και αξιολογηθεί το ποσοστό της αποχής, (που καταγράφηκε στο 42,08% και ήταν το δεύτερο υψηλότερο στην μεταπολιτευτική περίοδο) όχι ως μια απολιτική συμπεριφορά, αλλά ως μια αμιγώς πολιτική στάση, αποστροφής του πολιτικού συστήματος της κομματοκρατίας. Σε αντίθεση με την επιλογή του «λευκού» ή του «άκυρου» που εκφράζει την αποδοχή του πολιτικού συστήματος χωρίς όμως να νομιμοποιεί κάποιον από τους κομματικούς σχηματισμούς, η αποχή «οφείλει να ερμηνευθεί ως βαθιά πολιτική πράξη του πολίτη, ο οποίος, όχι μόνον δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πλαίσιο του κρατούντος πολιτικού συστήματος αλλά αισθάνεται επιπλέον ότι τελεί υπό μια ιδιότυπη ομηρία […]. Με διαφορετική διατύπωση, η αμφισβήτηση δεν αφορά εφεξής μονοσήμαντα στο πολιτικό προσωπικό. Εστιάζεται επίσης, υπό μια έννοια, στη φύση του πολιτικού συστήματος και, συγκεκριμένα, στον πυρήνα της λογικής του: στην εμμονή του να ενσαρκώνεται στο σύνολό του από το κράτος με όρους ιδιοκτησίας, αποκλείοντας το σώμα της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα ή, με διαφορετική διατύπωση, με την περιαγωγή του στην κατάσταση του ιδιώτη». (Γιώργος Κοντογιώργης, «Η Δημοκρατία στην Τεχνολογική Κοινωνία»)
Εν ολίγοις, για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων το διακύβευμα συνίσταται στη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς τρόπου του βίου τους, ικανοποιώντας τις στοιχειώδες ανάγκες τους –εργασία, παιδεία, περίθαλψη, ιδιοκτησία, τάξη, δικαιοσύνη και ασφάλεια. Προεκτείνοντας την ανωτέρω διαπίστωση, καταδεικνύεται ότι η αμφισβήτηση ενός πολιτικού συστήματος που δεν έχει «κανένα δημοκρατικό χαρακτηριστικό», τουναντίον έχει αποστερήσει από την κοινωνία τον φυσικό της ρόλο, ως εντολέα-εντολοδόχο της πολιτικής λειτουργίας, καταμαρτυρά ως ένα βαθμό την υψηλή πολιτική ωρίμανση της ελλαδικής κοινωνίας συγκριτικά με την πολιτική τάξη της χώρας, δίνοντας το έναυσμα για τη δημιουργία ενός νέου τύπου πολιτικής: «που εισάγει στη θέση του εξουσιαστικού πολιτικού λόγου τον διαλεκτικό πολιτικό λόγο, επιφυλάσσοντας στο κοινωνικό σώμα μια άτυπη αλλά προνομιακή θέση στην πολιτική δυναμική».

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

photo: Protothema