O γλόμπος

Είναι ένας γλόμπος είπανε, μία κακοτεχνία,
που σαν του κάτσει η ιδέα του, ανάβει σαν λυχνία.

Κι έχει πολλές που του ‘ρχονται, κι όλο βαθιά του σκάβει,
είναι ένας φάρος ούλος του, που κάθε τόσο ανάβει.

Για… φίλοι φανταστείτετο, κι ύπνους μη σας αφήνει,
μία κεφάλα ολάκαιρη, γλόμπος να αναβοσβήνει.

Να περπατάει στην πόλη μας, και να σκορπάει ιδέες,
να ‘ναι στρωτές και διάφανες, σαν τα νερά σπουδαίες.

Αυτά που περιβάλουνε, το όμορφο νησί μας,
που ακόμα πιο ομορφότερη, κάνει την αίσθηση μας.

Ο γλόμπος έχει όραμα, για ούλα βγάζει κάτι,
αναλαμπές και πρήξιμο, έχει και στο κρεβάτι.

Του γίνεται ένα βάσανο, αυτή η τεστοστερόνη,
εκείνη που το χάραμα, σηκώνει το σεντόνι.

Έρχεται σαν τσι ιδέες του, και γίνεται άλλη τόση,
επιχειρεί… μα δεν μπορεί, τον προλαβαίνει η πτώση.

Μια γνωριμία, περιγραφή, αξίζει για το φάρο,
του περασμένου αιώνα μας, το σιτεμένο κάρο.

Που πήρε φόρα να μας πει, τα τότε του 70,
τα ρυθμικά κουνήματα, που ‘κανε η Μαίρη Λίντα.

Μα είναι σένιο πρόσωπο, να λέμε την αλήθεια,
γιατί ποτέ δεν έβαλε, στο πέτο τουβαλίθια.

Κορόιδο δεν επιάστηκε, ήθελε να πληρώνει,
να ‘χει το γύρω του όμορφες, κι αυτός να καμαρώνει.

Έχει μια πλαδαρότητα, μια μόνιμη κατάρα,
σουλούπι μπίτι αγύμναστο, και σεβαστή κοιλάρα.

Και έχει ιδέες στο νιονιό, που δεν τσι καταπίνει,
γιατί είναι γλόμπος είπανε, φάρος που αναβοσβήνει.

Και εγώ νιώθω καλύτερα, με εφτούνονε σας λέω,
που φέγγει κάθε βήμα μου, σε εμέ τον πειναλέο.

Γνοιάζεται για τη Ζάκυνθο, κι έχει πολλά να κάνει,
και επίσης, κεια που ξέραμε, ο γλόμπος λέει φτάνει.

Μέχρι εδώ η νύχτα σας, σελίδα σας γυρίζω,
στη διαδρομή από δω και μπρoς, εγώ θα σας φωτίζω!!!