Η πικροδάφνη

Μια πικροδάφνη κόκκινη, ωραία, φουντωμένη,
την έχει εκειός ο άνθρωπος, σκουπίδια φορτωμένη.

Και συνδυάζει τ’ άρωμα, με τη δική του βρώμα,
κι η εικόνα τση παιδείας του, το πεταμένο στρώμα.

Ποντίκια έχει παρέα τσης, τα βράδια, αλλά και γάτες,
κι αυτούς που έχουν στα μυαλά, πίτουρα και πατάτες.

Την επισκέπτονται συχνά, σακούλες φορτωμένοι,
αυτές… κι αυτοί που φαίνονται, σε ούλα προκομμένοι.

Είναι που λέμε οι καθαροί, του αφρόλουτρου οι βρωμίτες,
π’ αν ήταν δέντρο με μιλιά, θα τσου ‘λεγε κοπρίτες.

Όμως δεν φταίνε οι άνθρωποι, που ‘χουν στενό κεφάλι,
οι κάδοι φταίνε που είναι εκεί, κι αυτοί που τσου ‘χουν βάλει.

Κι είναι μεγάλο ζήτημα, που εφτούνοι δεν μιλάνε,
να πουν τσου ανεγκέφαλους, πως άλλα δεν χωράνε.

Πως κάτου δεν τα αφήνουνε, αν βρίσκουνε γεμάτο,
τα παίρνουμε και ψάχνουμε, για κάδους πούλιο κάτω.

Κι η πικροδάφνη θα ‘θελε, ανεύθυνους να βρίσει,
ένα φυτό, στ’ άλλο φυτό, αν μπόριε να μιλήσει.

Δύο ζωές που βρίσκονται, στο ίδιο περιβάλλον,
που υπάρχουν κι ανασαίνουνε, μα ζουν σε κόσμο άλλον.

Έχει μεγάλη διαφορά, του ανθρώπου το μουσούδι,
απ’ τη δροσιά τση απίστευτης, το κόκκινο λουλούδι.

Αυτό παράγει άρωμα, αρχοντικό και χρώμα,
και εμείς οι απλησίαστοι, αποκοτιά και βρώμα.

Είναι ένα δέλτα, τρίγωνο, που κατεβαίνει ο δρόμος,
που ‘ναι τα παρκαρίσματα, και τα σκουπίδια τρόμος.

Που είναι το άκρον άωτο, και εμείς που το τραβάμε,
να δείχνουμε ποιοι είμαστε, και κατά που το πάμε.

Κάποιος σοφός θα έλεγε, πρέπει να το σκεφτούμε,
να κάνουμε προσπάθεια, και ας αδυνατούμε.

Μια πικροδάφνη είναι εκεί, και έλεος φωνάζει,
έχει πολλά για να μας πει, αλλά και ποιόνε γνοιάζει.

Κρύβει πολλά το ανθρώπινο, το ύφος το αθώο,
είναι ένα ον, το είπαμε, αλλά… δεν είναι ζώο!!!