Ο βλάκας

Δημοτικό συμβούλιο… ειν’ ούλη η χαρά μου,
να μάθω πέντε πράματα, με στέλνει η πεθερά μου.

Εκεί, όπου μαζεύονται, και δείχνουν τι αξίζουν,
για το σκοπό που στέλνομαι, να φωτιστώ φροντίζουν.

Έχει μεγάλα όνειρα, για μένα η μαμάκα,
και πρόσφατα αποφάσισε, να με εκπαιδεύσει βλάκα.

Είδε εκεί μέσα η καλή, πως είναι ότι πρέπει,
και σημειώσεις να κρατώ, μου ‘πε, μου επιτρέπει.

Δεν καταπίνω εύκολα, τσι ‘πα και θα αρρωστήσω,
με λάδι… αν πιεις μια κουταλιά, μου ‘πε θα συνηθίσω.

Θα καταπίνω μια χαρά, γιατ’ όλα θα γλιστράνε,
η πεθερά αποφάσισε, και αυτά που ξέρω… πάνε.

Αυτά που ακούω και λέγονται, όλη αυτή η πλεύση,
δεν έχει τέλος, ούτε αρχή, αλλά ούτε και μέση.

Πρέπει να είμαι ήσυχος, του άκου, βλέπε, σώπα,
κι αν τσου ‘ρθει και χορέψουνε, θα τσου πετάω… όπαα.

Στην αίθουσα είμαι κύριος, μηδέν κι οι απαιτήσεις,
οι ερωτήσεις έμαθα, είναι και απαντήσεις.

Σχολείο μεγάλο η αίθουσα, και εγώ χρωστάω του Δήμου,
μα μεσ’ την αφοσίωση, έχασα το κλειδί μου.

Και δεν με νοιάζει η απώλεια, ούτε κουδούνι κρούω,
Χριστέ μου να ‘μαι μόνιμα, εκεί για να τσου ακούω.

Με αποβλάκωσε η ροή, των πολλαπλών θεμάτων,
και μπήκε, βγήκε ο διάολος, κι αυτόν πανάθεματον.

Έχω την υποψία μου, αυτός θα μου το πήρε,
αυτός που μου ‘πε ο άτιμος, βλάκα ζιζάνια σπείρε.

Με βρήκε απροετοίμαστο, και ήρθε να με παίξει,
μ’ είδε στην αποβλάκωση, ότι δεν πιάνω λέξη.

Θέλω τση πεθερούλας μου, πολλά να τση αναφέρω,
και να τση πω πως ξέχασα… όλα αυτά που ξέρω.

Και θα χαρεί, για θα ‘χω δει, τα πλάνα τση μαμάκας,
για να ‘χω ευχή και εύνοια, πρέπει να είμαι βλάκας.

Βλάκας, δώρο στο στήθος μου, μου ‘χει καρφιτσωμένο,
και εγώ τη βαθμολόγηση, που πήρα περιμένω!!!