Οι εκλογές ως παράθυρο ευκαιρίας για την ανασύνταξη της ελλαδικής κοινωνίας

Του Διονύση Τσιριγώτη

«… Αι αρχαί υπό τας οποίας επηγγέλθην εις τον ελληνικόν λαόν, κατά την προ 18 ετών ελευσίν μου εις τας Αθήνας ότι θα ασκήσω πάντοτε την εξουσίαν είναι αι εξής: Ότι γνώμων πάσης πολιτικής πράξεώς μου θα είναι το γενικόν συμφέρον, ποτέ δε το συμφέρον των ατόμων, ουδέ καν το συμφέρον του Κόμματος. Ότι πρώτιστον καθήκον πολιτικού ανδρός είναι να λέγη την αλήθειαν και αν αυτή είναι δυσάρεστος. Ότι η εφαρμογή των νόμων είναι άκαμπτος και εις περίπτωσιν καθ’ ην πρόκειται να πληγούν ισχυροί, ή φίλοι. Ότι εις την εξουσίαν αποβλέπω όχι ως σκοπόν, αλλ’ ως εις μέσον προς πραγματοποίησιν υψηλότερου σκοπού, έτοιμος πάντοτε να απορρίψω αυτήν, εάν η διατήρησίς της μέλλει να εξαγορασθή δια της θυσίας του κυβερνητικού προγράμματος». (Εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23ης Ιουλίου 1928).

Υπό το πλαίσιο των ανωτέρω κατευθυντήριων αρχών που καταδεικνύει ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως θεμελιακό υπόβαθρο της πολιτικής λειτουργίας και ειδικότερα ως προσανατολιστική κατεύθυνση της σκέψης και πράξης του πολιτικού προσωπικού μιας ευνομούμενης πολιτείας, καλούμαστε, στις επερχόμενες εθνικές εκλογές, ν’ ανιχνεύσουμε ποιοι από τους υποψήφιους βουλευτές που διεκδικούν την ψήφο μας, πληρούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό τα εν λόγω κριτήρια. Ωστόσο, οφείλουμε να συνομολογήσουμε ότι η ιστορική εμπειρία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι το εκλογικό σώμα επιβραβεύει τον πολιτικό εκείνο που θυσιάζει το ατομικό και κομματικό συμφέρον για χάρη του συλλογικού συμφέροντος∙ που αδιαφορεί για το πολιτικό κόστος προκειμένου να διακριβώσει και να διατυπώσει την αλήθεια για τα μείζονα εσωτερικά-εξωτερικά ζητήματα, δίνοντας το παράδειγμα της πλήρους υποταγής και ευλάβειας στο γράμμα του νόμου, επιζητώντας την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας ως μέσο για την πραγματοποίηση υψηλότερων σκοπών –κοινωνική ευδαιμονία.
Τουναντίον καταδεικνύεται ότι η λειτουργία της πολιτικής ως λειτούργημα για την προαγωγή του συλλογικού συμφέροντος αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της αναγόρευσης της πολιτικής σε άθλημα κατάκτησης- ιδιοποίησης του κράτους για την ικανοποίηση ιδιοτελών-μικροπολιτικών συμφερόντων, γεγονός που επικυρώνεται από την υπερψήφιση πολιτικών και κομμάτων που καταδυναστεύουν τον κοινωνικό βίο και το δημόσιο πλούτο της χώρας.
Ποια είναι όμως τα αίτια του εκφαυλισμού της πολιτικής στο Ελληνικό κράτος και ποια τα αποτελέσματά της;

Εκκινώντας από το γεγονός ότι ο φυσικός τρόπος διοίκησης του Ελληνισμού, από τις απαρχές του, έως και τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους (1829) πραγματώνονταν μέσα από αυτοκυβέρνητες πόλεις και κοινά, θα παρατηρήσουμε τη θεμελιώδη μεταβολή που λαμβάνει χώρα αμέσως μετά την αποτυχία του πρώτου Έλληνα κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια, να συγκεράσει το παραδοσιακό, πολυπολεοτικό πρότυπο των πόλεων/κοινών, με το νεοτερικό, δυτικό μοντέλο του συγκεντρωτικού κράτους-έθνους. Αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής ήταν η επιβολή του βαυαρικού κανόνα κατά την περίοδο της αντιβασιλείας-βασιλείας του Όθωνα, συνωθώντας στην ιδιοποίηση του κράτους/πολιτικής από την άρχουσα, προεστική τάξη και μεταθέτοντας την κοινωνία σε καθεστώς ιδιωτείας. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Ίων Δραγούμης:
«Τώρα ήλθε το ελλαδικό το κράτος, και μ’ ένα βαυαρέζικο νόμο αποκεφάλισε τη φυσική ελληνική διοίκηση, ισοπέδωσε τάχα τις πολιτείες, τα χωριά και τους ανθρώπους, κατάστρεψε δηλαδή τις κοινότητες, και έχωσε τους ισοπεδωμένους Έλληνες σ’ ένα στενό παπούτσι, που είναι μονάχα η τελευταία διοικητική διαίρεση του κράτους και λέγεται δήμος».

Συνεπαγόμενα, η κατάλυση του κοινωνικοπολιτικού πυρήνα του ελληνικού κόσμου, των πόλεων/κοινών, θα οδηγήσει στην αναντιστοιχία του ελλαδικού κράτους με τις θεμελιώδεις ιδιοσυστατικές παραμέτρους του ελληνισμού, που αποκρυσταλλώνονταν στην ανάπτυξη του πολιτικού φαινομένου με γνώμονα τις ανθρώπινες ανάγκες, στην οργάνωση των πολιτών σε δήμο που αυτοκυβερνάται και κυρίως στην άμεση διασύνδεση της κοινωνίας με την πολιτική, εφόσον η πρώτη «επενδύεται το πολιτικό σύστημα» προκείμενου να ασκήσει την πολιτική λειτουργία.
Είναι η αποδιάρθρωση των θεμελιωδών παραμέτρων της κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης του ελληνισμού και κυρίως η αυτονόμηση του πολιτικού/κομματικού συστήματος από την κοινωνία του, που αποτελούν τις γενεσιουργές αιτίες της εκφαυλισμένης πολιτικής λειτουργίας. Αφ’ ής στιγμής που το «κομματικό σύστημα αυτονομείται και κυριαρχεί επί του τυπικού πολιτικού συστήματος, έτσι ώστε το πρώτο να καθορίζει τη λογική θεμελίωση και την πολιτική δυναμική του δεύτερου», (Γ. Κοντογιώργης) το σύνολο των δομών της εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής οργάνωσης εξυπηρετεί αποκλειστικά τους μικροπολιτικούς στόχους του κομματικού συστήματος. Η εξέλιξη αυτή, επονομαζόμενη και ως κομματοκρατία, οδηγεί σε μια διαμεσολαβούμενη, παρεκβατική σχέση με την κοινωνία, που έχοντας χάσει το φυσικό της ρόλο ως εντολέας-εντολοδόχος της πολιτικής, οδηγείται σε καθεστώς ιδιώτη. Ενώ το εκάστοτε κυβερνών/τα κόμμα/τα ιδιοποιείται τον κρατικό μηχανισμό, και από εντολοδόχος της κοινωνίας μεταβάλλεται σε αποκλειστικό διαχειριστή του πολιτικού συστήματος. Τοιουτοτρόπως, η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής είναι νομιμοποιητική, λόγω της απουσίας τόσο της αντιπροσωπευτικής, όσο και της δημοκρατικής αρχής. Ο ρόλος του εντολέα και του εντολοδόχου δεν ανήκει στην κοινωνία, αλλά στο κυβερνών κόμμα. Ο εκλογέας νομιμοποιεί το πολιτικό προσωπικό μέσω της ψήφου του, αναμένοντας την ικανοποίηση των ιδιοτελών του συμφερόντων. Ενώ το πολιτικό προσωπικό, εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους του, με αντάλλαγμα την προαγωγή του κομματικού συμφέροντος.
Συναφώς η σύμπτωση εντολέα-εντολοδόχου, ελεγκτή-ελεγχόμενου, δημιουργεί τις ικανές-αναγκαίες συνθήκες για τη γέννηση και την ανάπτυξη της διαφθοράς-διαπλοκής, στο βαθμό που η αποκλειστική διαχείριση της κρατικής δομής και η καταχρηστική νομή του δημόσιου αγαθού ανάγεται σε τελικό ζητούμενο της εκάστοτε κυβερνητικής ελίτ, με συνεπακόλουθο τη δημιουργία και συντήρηση μιας κοινωνίας πελατών και όχι πολιτών. Ο πολίτης που στο δήμο της πόλεως/κοινού αποτελούσε ενεργό μέρος της Πολιτείας, μετατρέπεται σε πελάτη, από τη στιγμή που το πολιτικό σύστημα παύει να του αναγνωρίζει-εκχωρεί την ιδιότητα-ρόλο του εντολέα. Ως εκ τούτου, το κόμμα εμφανίζεται όχι ως αντιπρόσωπος, αλλά ως διαμεσολαβητής της κοινωνίας με την πολιτική εξουσία, δημιουργώντας ένα αμιγώς πελατειακό σύστημα με το ίδιο διαχειριστή και επικαρπωτή του κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία λόγω το αδιαμφισβήτητου ρόλου των κομμάτων εξουσίας σε αποκλειστικά θεσμικά όργανα κοινωνικοπολιτικής εκπροσώπησης. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Δ. Χαραλαμπής:
«Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία είναι κομματική δημοκρατία, γιατί τα κόμματα αποτρέπουν άλλες μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης και επιτελούν καθοριστική λειτουργία ενσωμάτωσης, την καθεστωτική λειτουργία, η οποία δεν είναι πια η βία των κατασταλτικών μηχανισμών της προ του ’74 περιόδου, αλλά η πελατειακή διανομή προνομίων στη βάση της υποκατάστασης συμφερόντων, η ανάληψη των χρεών και υποχρεώσεων του κεφαλαίου από το κράτος κλπ. Η δημοσιονομική κρίση, τα τεράστια ελλείμματα, ο εσωτερικός και κυρίως ο εξωτερικός δανεισμός, που είναι αποτελέσματα αυτής της πελατειακής, ενσωματωτικής λειτουργίας του κράτους, οδηγούν το μοντέλο νομιμοποίησης στο τέλος του, χωρίς να έχουν διαγραφεί οι μορφές διεξόδου».

Η ρεαλιστική αυτή περιγραφή της νεοελληνικής κομματοκρατίας, προτάσσει, ως αναπόδραστη κοινωνική αναγκαιότητα, οι εκλογές της 7ης Ιουλίου να αποτελέσουν την απαρχή της ανασύνταξης της ελλαδικής κοινωνίας ανατρέποντας εκ βάθρων την «νομιμοποιητική βάση που συνέχει τη διχοτομία μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, η οποία μπορεί να επισυμβεί μόνον με μια υψηλή πολιτική ανάπτυξη του κοινωνικού συνόλου», (Γ. Κοντογιώργης) για ν’ ανακτήσει το ρόλο του εντολέα- αποκλειστικού συντελεστή της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Χρ. Γιανναρά, ο προεκλογικός μας προβληματισμός θα πρέπει να περιστρέφεται , «όχι [στις] συνέπειες που μας αφορούν, αλλά [σ]το βασανιστικό βάρος της συλλογικής ντροπής των απογόνων μας».

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

φωτο: Mikrometoxos



Τελευταία άρθρα