Το νησί μας και η ποιότητα της ζωής μας

Του Διονύση Τσιριγώτη

Στην μεταμοντέρνα εποχή που διανύουμε, της μαζικής κοινωνίας, της μαζικής δημοκρατίας, της μαζικής παραγωγής-κατανάλωσης, η «ποιότητα ζωής», ως όρος που περιγράφει το βιοτικό επίπεδο της εκάστοτε κοινωνίας αποτελεί μια αναγκαία μυθοπλασία. Αυτό γιατί αν και στο οικουμενικό επίπεδο των Ηνωμένων Εθνών συναποφασίσθηκαν ολοκληρωμένα προγράμματα δράσης για τη βιώσιμη-αειφόρο ανάπτυξη, σε πραγματολογικό επίπεδο, αποδεικνύεται, ότι η αυτονόμηση των αγορών και της οικονομίας γενικότερα από την κρατική εξουσία, λειτουργεί υπονομευτικά σε οποιαδήποτε θεσμική ενέργεια για την ένταξη της οικονομικής ανάπτυξης σε νόρμες και κανόνες με αντικειμενικό στόχο τη λελογισμένη χρήση των φυσικών πόρων ούτως ώστε οι παρούσες γενιές «να καλύπτουν τις ανάγκες τους χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να επιβιώσουν εξαντλώντας τους υπάρχοντες πόρους».

Πως ορίζεται όμως και ποια είναι τα προσδιοριστικά κριτήρια της έννοιας «Ποιότητα Ζωής»;

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) η γενικότερη έννοια του όρου ποιότητα ζωής αναφέρεται «στην υποκειμενική αντίληψη που έχουν οι άνθρωποι για τη θέση τους στη ζωή, μέσα στο πλαίσιο των πολιτιστικών χαρακτηριστικών και του συστήματος αξιών της κοινωνίας στην οποία ζουν και σε συνάρτηση με τους προσωπικούς στόχους, τις προσδοκίες, τα πρότυπα και τις ανησυχίες τους». (The WHOQOL GROUP, 1995).

Γενικότερα μιλώντας, η διεπιστημονική μελέτη της ποιότητας ζωής, αναπτύσσεται τη δεκαετία του ’70 στο χώρο των κοινωνικών επιστημών, με αντικειμενικό στόχο την αποκωδικοποίηση των επιδράσεων των διαφορετικών καταστάσεων που βιώνουν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους, θέτοντας μια σειρά από υποκειμενικά-αντικειμενικά κριτήρια/δείκτες. Στους αντικειμενικούς δείκτες εμπερικλείονται:
«Η υγεία, το φυσικό περιβάλλον, ο χώρος και οι συνθήκες διαβίωσης, η διαθεσιμότητα του χρόνου, η κοινωνική δραστηριοποίηση, η οικονομική ικανότητα κάλυψης βασικών αναγκών, η ασφάλεια του περιβάλλοντος».
Ενώ οι υποκειμενικοί, αναφέρονται στο «αίσθημα επάρκειας και ικανοποίησης από τη λειτουργικότητα του ατόμου σε διάφορους τομείς της ζωής» του, στον βαθμό ευαρέσκειας «από τις παρεχόμενες υπηρεσίες» και στη «δυνατότητα συµµετοχής σε ποικίλες δραστηριότητες ( ψυχαγωγικές, εκπαιδευτικές κλπ.)».

Υπό το πρίσμα των ανωτέρων δεικτών και με προσδιοριστικό κριτήριο την κοινωνική ευδαιμονία, το ερώτημα που τίθεται προς διερεύνηση, είναι, εάν οι οργανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης του νησιού μας προέβησαν σε κανονιστικές ρυθμίσεις για την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των δημοτών, σε συνάρτηση και με την έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) για την Ελλάδα (Μάιος 2018), όπου καταγράφεται η σχετικά χαμηλή βαθμολογία (6,2 στα 10) που αποδίδουν οι Έλληνες στην ποιότητα ζωής τους.
Ξεκινώντας από τον δείκτη των προσφερόμενων υπηρεσιών στο τομέα της υγείας, είναι εναργή τα προβλήματα υποστελέχωσης σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του κατά τ’ άλλα υπερσύγχρονου σε κτιριακές υποδομές και ιατρικό εξοπλισμό νοσοκομείου Ζακύνθου με αποτέλεσμα την πλημμελή ή μη λειτουργία μιας σειράς κλινικών-τμημάτων (δερματολογική, παιδιατρική, χειρουργική, οφθαλμολογική, ακτινολογικό τμήμα) και κυρίως την παροπλισμένη και σε κατάσταση αχρησίας, από την έναρξη της λειτουργίας του (Μάιος 2012) Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ). Στο ίδιο μήκος κύματος και ο τομέας της παιδείας, με χρόνια προβλήματα υποστελέχωσης και υλικοτεχνικών υποδομών στην πρωτοβάθμια-δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Συνακόλουθα, για μια σειρά από λόγους και αιτίες που συνδέονται με την απουσία πολιτικής βούλησης, μικροπολιτικών συμφερόντων και την έλλειψη των ικανών-αναγκαίων οικονομικών πόρων, παρατηρείται μια αναντιστοιχία μεταξύ των διακηρυχθέντων, προ πενταετίας, κεντρικών στόχων του στρατηγικού σχεδιασμού του δήμου Ζακύνθου και του μέτρου υλοποίησής τους, σε μια σειρά συλλογικών αγαθών και υπηρεσιών –ύδρευση, αποχέτευση και διαχείριση στερεών-υγρών αποβλήτων.
Όσον αφορά τους δείκτες του χώρου, του φυσικού περιβάλλοντος, των συνθηκών διαβίωσης και της διαθεσιμότητας του χρόνου, αρκεί ένας απλός περίπατος στο κέντρο της πόλης για να έρθουμε αντιμέτωποι με τον κυκεώνα της καθημερινότητας. Δεν είναι μόνο το πρόβλημα της κυκλοφοριακής συμφόρησης και του συγκοινωνιακού χάους που επικρατεί καθ’ όλη την τουριστική περίοδο (και όχι μόνο), αλλά και η δυσχέρεια της πεζής κυκλοφορίας λόγω περιορισμών, επικινδυνότητας και απουσίας των στοιχειωδών κανόνων οδικής συμπεριφοράς. Προς επίρρωση αναφέρουμε την ένταξη του νησιού μας στην «πρώτη “αρνητική” πεντάδα με 6,24% μεταξύ των περιοχών με τα περισσότερα τροχαία ατυχήματα» σύμφωνα με μέτρηση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος. Τοιουτοτρόπως, είναι ηλίου φαεινότερη η καθυστέρηση στην εφαρμογή της κυκλοφοριακής μελέτης για την ορθή χρήση του οδικού δικτύου της πόλης μας, με αποτέλεσμα να εξανίστανται οδηγοί και πεζοί, διερωτώμενοι με ποια κριτήρια, οι αρμόδιες αρχές, κρίνουν ορθή, την ταυτόχρονη χρήση της παραλιακής οδικής αρτηρίας του νησιού (την οδό Λομβάρδου), από εκατοντάδες ΙΧ και δίτροχα, δεκάδες λεωφορεία και φορτηγά, τετρακίνητα οχήματα που προορίζονται για χρήση εκτός δρόμου, άμαξες και τρενάκια. Δεν μπορούμε βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός ότι μέρος της παραλιακής οδού έχει μεταβληθεί σε χώρο στάθμευσης ΙΧ, τετράτροχων και δίτροχων οχημάτων, ενώ δεν λείπει και το φαινόμενο της κατάληψης των πεζοδρομίων από τραπεζοκαθίσματα και διάφορα άλλα αντικείμενα. Ακόμη όμως και στα διαθέσιμα προς χρήση πεζοδρόμια δεν λείπουν οι κακοτεχνίες που τα καθιστούν επικίνδυνα και οι ελλιπείς υλικοτεχνικές υποδομές που αποτρέπουν τη χρήση τους από άτομα με κινητικά προβλήματα, ενώ και οι κοινόχρηστοι χώροι σε πολλά σημεία του νησιού εξακολουθούν να παραμένουν απροσπέλαστοι.
Εξίσου σημαίνον πρόβλημα και μάλιστα μείζονος υγειονομικής σημασίας είναι το ζήτημα των αστικών (στερεών και υγρών) απορριμμάτων, απόρροια των δομικών προβλημάτων στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου προγράμματος διαχείρισης, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην ρύπανση-μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, του υδροφόρου ορίζοντα και των ακτών. Είναι νωπές οι μνήμες από την περσινή παρέμβαση της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσης για την υποστολή όλων των «γαλάζιων σημαιών» από τις παραλίες του νησιού, ενώ και φέτος η Ζάκυνθος έμεινε εκτός του προγράμματος των «γαλάζιων σημαιών», με την Ελλάδα να καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στην παγκόσμια κατάταξη «με 515 βραβευμένες» παραλίες. Εκτός από τη ρύπανση των ακτών, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε την άναρχη-πυκνή δόμηση με τη συσσώρευση πλήθους τουριστικών υποδομών στην ακτογραμμή, αλλοτριώνοντας το γεωλογικό ανάγλυφο και απαλλοτριώνοντας το φυσικό περιβάλλον (απώλεια ειδών της χλωρίδας-πανίδας της παράκτιας ζώνης). Στα αποτελέσματα της εξέλιξης αυτής εγγράφονται η πλημμελής καθαριότητα, οι αυθαίρετες κατασκευές για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων, η καταπάτηση του αιγιαλού και της κοινόχρηστης παραλίας από ιδιώτες και επιχειρήσεις, κ.α.
Αντίστοιχα, καλούμαστε να δώσουμε ιδιάζουσα σημασία στην τεράστια καταστροφή του δασικού μας πλούτου από τις αλλεπάλληλες πυρκαγιές την τελευταία διετία χωρίς να υπάρχει κάποια μελέτη για αναδάσωση, ενώ η παρελθούσα εμπειρία καταδεικνύει τον αποχαρακτηρισμό τους ή το μη χαρακτηρισμό τους ως αναδασωτέων και τη μετατροπή τους σε φωτοβολταϊκά πάρκα, τουριστικές μονάδες, βοσκοτόπια, κ.α., δημιουργώντας μια αλγεινή εικόνα. Ειδικότερα και σύμφωνα με εμπεριστατωμένη μελέτη του πρώην υπαρχηγού της Πυροσβεστικής κ. Ανδριανού Γκουρμπάτση: «οι πυρκαγιές άρχισαν να πληθαίνουν ταυτόχρονα με το διάστημα ωρίμανσης της τουριστικής ανάπτυξης περί τα τέλη του 2000. Ο μέσος ετήσιος αριθμός πυρκαγιών στη Ζάκυνθο, είναι 127 αγροτοδασικές πυρκαγιές, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε 3 μέρες εκδηλώνεται στη Ζάκυνθο μέσα στο έτος και μία αγροτοδασική πυρκαγιά. Ο μέσος ετήσιος αριθμός καμένων εκτάσεων (μέση ετήσια απώλεια) στη Ζάκυνθο, είναι 3.225,9 στρέμματα. […] Η πλειονότητα των αγροτοδασικών πυρκαγιών στο νησί της Ζακύνθου εκδηλώνονταν ανέκαθεν- όπως συνέβη και κατά την τρέχουσα αντιπυρική περίοδο έτους 2017- στο Βόρειο και Δυτικό Τμήμα αυτού, ήτοι βόρεια και δυτικά του όρους Βραχιώνα εκεί δηλαδή που υπάρχουν οι ορεινές και ημιορεινές εκτάσεις με τουριστική ανάπτυξη ή άλλου είδους οικονομικά ανεπτυγμένη δραστηριότητα και κατά συνέπεια, εκεί που βρίσκονται τα δάση και οι δασικές εκτάσεις και όχι οι περιοχές με πεδινές εκτάσεις, δηλαδή στο Ανατολικό Τμήμα του νησιού».
Εν ολίγοις και επειδή μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις, καθίσταται επιβεβλημένη η άμεση επίλυση των μείζονων προβλημάτων που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής τόσο των κατοίκων του νησιού όσο και των παραθεριστών. Ο καθένας μας οφείλει να αφήσει τον ιδιωτικό του μικρόκοσμο, να κινητοποιηθεί ως πολίτης και να οργανωθεί με τη σύνολη κοινωνία σε δήμο, συμπράττοντας με τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ταχεία αναδιαμόρφωση της βιτρίνας της πόλης μας, αλλά και την αναβάθμιση των όμορων δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων με τη δημιουργία λειτουργικών υποδομών για την πλήρωση των στοιχειωδών αναγκών της ζακυνθινής κοινωνίας.
Ας διερωτηθούμε μόνο ποιο είναι το βαθύτερο νόημα που κομίζουν οι στίχοι του συμπατριώτη μας, και εκ των σημαντικότερων Ελλήνων ποιητών, Ανδρέα Κάλβου, για να κατανοήσουμε το νόημα της ύπαρξής μας και το χρέος μας προς τον τόπο μας:

«Ω φιλτάτη πατρίς,
Ω Θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε· συ μου έδωκας
Την πνοήν και
Τα του Απόλλωνος χρυσά δώρα!»

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.