Οδός Νερούλη

Δύο φορές τη μέρα μου, περνάω απ’ την Νερούλη,
και μου χαλάει δύο φορές, η διάθεση μου ούλη.

Δρόμος κι αυτός, σαν τσου πολλούς, τον λέω εγώ βιτρίνα,
εκεί περνάνε και τα »Bus» που ‘ρχονται απ’ την Αθήνα.

Μαζί τσους και τα βλέμματα, ανθρώπων που ‘χουν μέσα,
και κάποιοι μες την κούραση, θα λένε… τι κοντέσα.

Περνάνε κούρσες, φορτηγά, βυτιοφόρα τόνοι,
το φέρι μποτ που έρχεται, και ότι ξεφορτώνει.

Απ’ τα φανάρια… απέναντι, αυτή είναι η Νερούλη,
μία μπασία του νησιού, που τηνε ξέρουν ούλοι.

Είναι ένας δρόμος πέρασμα, που ‘ναι λησμονημένος,
ένας στενός καρόδρομος, δρόμος βομβαρδισμένος.

Σαμάρια, ξεφλουδίσματα, λούμπες, απ’ όλα έχει,
γίνεται και πλυντήριο, μοναδικό όταν βρέχει.

Ένα κομμάτι Ζάκυνθος, εκεί δυστυχισμένο,
που αν ήταν φρούτο θα ‘λεγαν, σάπιο και χαλασμένο.

Τα βράδια, τα μεσάνυχτα, και… λίγο πριν τσου όρθρους,
ανοίγουνε τσι κάνουλες, και αδειάζουνε τσου βόθρους.

Έχει καλή αποχέτευση, κρυφό ένα ρεματάκι,
που καταλήγει με ροή, που αλλού, στο ποταμάκι.

Τα βράδια έχει μυρουδιά, βαριά… σάπιο σαλάμι,
κι η μύτη ψάχνει διαφυγή, και κατά που να κάμει.

Οδός Νερούλη κύριοι, και σαν αυτή είναι κι άλλες,
πολλές οι βλάβες στα του – του, ζημιές μικρές, μεγάλες.

Πελάτης είμαι μόνιμος, μέσα στα συνεργία,
πληρώνω δρόμους, κάθε τρεις, μ’ αυτή τη λαιμαργία.

Δουλεύουν… για τη Ζάκυνθο, για αυτό δεν αμφιβάλω,
είπα ο κοκοροκέφαλος, τη γνώμη μου να βγάλω.

Έχει ταμπέλες… λέει σιγά, κρυφές μα το Θεούλη,
για δώστε λίγο προσοχή, θα ωφεληθούμε ούλοι.

Και συνεχίζει η Αρτέμιδος, μέχρι τ’ άλλα φανάρια,
είναι κι οι δύο για αναφορά, για με, δρόμοι καμάρια.

Ζακυνθινός ορίτζιναλ, κουτσός και λαβωμένος,
με το έτσι θέλω να τσου πω, πως είμαι ευτυχισμένος!