Ο Σταύρος ο ντι τζέι!

Χρόνια η γνωριμία μας, καλό παιδί ο Σταύρος,
και για τσι πεποιθήσεις του… ή βάζελος, ή γαύρος.

Παίζαμε μπάλα κάποτε, παίζαμε σε ομάδες,
φτωχά παιδιά τση γειτονιάς, δεν είμαστε λεφτάδες.

Δεν είμαστε νεόπλουτοι, να ‘χουμε γκαρσονιέρες,
δεν είμαστε μοσχόπαιδα, ούτε και κωλοντέρες.

Είχαμε όμως την καρδιά, ζεστό και το φιλί μας,
ρομαντικοί, στο σύνολο, και πλούσιο το μαλλί μας.

Σαν πιο μικρός συναθλητής, ο σεβασμός του, πάντα,
εγώ στον »Άγιο» εξτρέμ, κι αυτός στην » Νέα Σάντα».

Κείνα τα χρόνια τα καλά, με χρώματα και αξίες,
μια απλώστρα και τα ρούχα μας, δεν είχαμε αλλαξίες.

Παίξαμε, αγωνιστήκαμε, μαζί στην ίδια ομάδα,
και κυνηγός η σκέψη μας, να σώσει η βδομάδα.

Ας δούμε πιο αργότερα, η διαδρομή τι λέει,
στο »Γκέτο» περιζήτητος, ο Σταύρος ο ντι τζέι.

Βραδιές με φουλ τσι μουσικές, τσιγάρο και σφηνάκια,
για χρόνια εκατάπινε, τση νύχτας τα φαρμάκια.

Το απαιτούσε η δουλειά, αλλά και το καμάκι,
και μ’ όλα αυτά παράλληλα, να βγει και το ψωμάκι.

Κύλησε η ζωή μας, κύλησε, Σταύρο του ‘πα μια μέρα,
όταν ξανά βρεθήκαμε, στο Λαγοπόδο πέρα.

Του ‘πα να ξαναζούσαμε… την εποχή μας πάλι,
τρίχες δεν ξαναβγαίνουνε, μου λέει στο κεφάλι.

Η εποχή μας πέρασε, για κλαμπ και για μπαράκια,
κι εξάλλου με συμπλήρωσαν… με βότκα τα σφηνάκια.

Τα βράδια εκείνα τα ‘κρυψα, στου νου μου τη θυρίδα,
και τώρα… οικογένεια, και απλωμένη αρίδα.

Έτσι μου είπε γελαστά, με βλέμμα που ‘χε βάθος,
που ‘χε και κάποιο νόημα, ίσως για κάποιο λάθος.

Και δόξα σοι ο Άγιος, είμαι καλά μου λέει,
κι εσύ καλά… και οι δύο μας, καλοί και ρωμαλέοι.

Εκεί που λέτε τράβηξε και μία φωτογραφία,
που φαίνονται οι καράφλες μας, κι ούλη η ευφυΐα!!!