Οι Λουμπαρδιανοί, οι Λιουραίοι, οι άλλοτε Ζακυνθινές εκλογές και ο Α. Καντούνης

Του Διονύση Βίτσου

ΟΙ ΛΙΟΥΡΑΙΟΙ
Οι δύο αιώνιοι πολιτικοί αντίπαλοι στην πολιτική σκηνή της Ζακύνθου το 19ο Αιώνα και στις αρχές του 20ου ήταν οι Λομβαρδιανοί (οπαδοί του Κων. Λομβάρδου) και οι Ρωμιάνοι (οπαδοί του Ρώμα). Και οι δυο παρατάξεις είχαν τις λέσχες τους, τη μια στην Πλατεία Αγίου Μάρκου και την άλλη στην Πλατεία Σολωμού.
Οι Ρωμιάνοι λέγονταν και «Λιουραίοι».
Το «Λουμπαρδιανοί», εντάξει, βγαίνει από το όνομα του αρχηγού τους και εκλεκτού τους, του Λομβάρδου. Το «Λιουραίοι» όμως; Εδώ ο αρχηγός κι εκλεκτός λεγόταν Ρώμας!
Γράφει ο Λ.Χ. ΖΩΗΣ στο Λεξικόν της Ζακύνθου:
Λιουραίοι, Λιούρης, παρ. οίκ. τινός Πομόνη, κατηγορηθείσης, ότι την νύκτα της 7 προς την 8 Απρ. 1864 οι αδελφοί Άναστ. και Διον. Πομόνη Λιούρη εισβαλόντες μετ’ άλλων εις την εν τοπ. Τσιλιβή κατοικίαν του Διον. Δ. Σπί¬νου, όπου έμμενον ή σύζυγός του Αννούλα Μήλεση, αι θυγατέρες του Τζόγια και Αικατερί¬νη και ο υπηρέτης αυτών Παύλος X. Μπούμπουκας, εδολοφόνησαν αυτούς κοιμωμένους δια πελέκεων.
Το δικαστήριον κατεδίκασε τους κατηγορηθέντας, καθ’ ων υπήρχον πολλαί ενδείξεις, άλλα τό Ακυρωτικόν ηθώωσεν αυτούς, μη αποδειχθείσης της ενοχής των. Οι αυτουργοί μετά τινα χρόνον επιβάντες λέμβου, όπως διεκπεραιωθώσιν εις Πελοπόννησον. επνίγησαν εις θέσιν Παλούκι, πλην δύο διασωθέντων.—«Έλ- ληνισμός» έφημ. Ζακ.
—Λ ι ο υ ρ α ί ο ι περιφρονητικώς εκλήθησαν κατόπιν και οι την αντιλομβαρδιανήν πολιτικήν μερίδα αποτελούντες εν Ζακύνθω.

Όπως συμβαίνει με όλους τους οπαδούς, όλων των ειδών και όλων των εποχών έτσι και στους οπαδούς κάθε μιας εκ τ των δύο περιβόητων τότε παρατάξεων αποδίδονταν κοινά χαρακτηριστικά. Τα περιγράφει πιο κάτω ένας από τους πιο εύστοχους, αλλά και πιο ξεχασμένους ζακυνθινούς σατιρικούς της εποχής, ο Άγγελος Καντούνης.
Όπως γράφει η φιλόλογος Μαρία Καραμαλίκη (και αδελφή του ζακυνθινού πολιτικού Τάλμποτ Κεφαλληνού) στο Περιοδικό ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ,τεύχος 9/10:
«Ο Ζακυνθινός σατιρικός ’Αγγελος Καντούνης έζησε στα χρόνια της Ένωσης της Επτάνησου με την Ελλάδα και συγκεκριμένα από τα 1847-1890. Πρόφτασε στα νεανικά του χρόνια να γευτεί τις ελπίδες των Ριζοσπαστών για την εκπλήρωση του μεγάλου πόθου τους. Μα, όταν η Ένωση πήρε σάρκα και οστά, ένιωσε τις απογοητεύσεις και τις πικρίες που έφερε μια πραγματικότητα διαφορετική από εκείνη που είχε πλάσει στα όνειρά του.Όπως γράφει ο δάσκαλός του Λουδοβίκος Μαρτζώκης:
«Ο Άγγελος Καντούνης θα ζήση εις την ιστορίαν του τόπου μας ως ο πιστός καθρέπτης της κοινωνικής τρικυμίας, που εσηκώθη εις την Ζάκυνθον, έπειτα από την ευλογημένη πραγματοποίησι του εθνικού μας πόθου».
Ο Καντούνης, ποιητής λαϊκός, προικισμένος με εξυπνάδα, με φαντασία, με κρίση, χρησιμοποιούσε μια γλώσσα που έπαιρνε ίσια από το στόμα του λαού. Όπως μας λέει ο Άγγελος Βερύκιος:
«Χτύπησε τις κοινωνικές πληγές, γιατί αγάπαε την κοινωνία. Μαστίγωσε τα κακά και τα άπρεπα που ντρόπιαζαν την ελευθερία, γιατί η ψυχή του ελάτρευε την ελευθερία και την ήθελε παρθένα σεμνή και καθάρια και όχι λάμνισσα ποδοκυλισμένη και αδιάντροπη».
Το έργο του Αγγέλου Καντούνη είναι σκορπισμένο στις δυσεύρετες σήμερα εφημερίδες που έβγαλε: το Κόσκινο, την Αναγελάστρα, το Γουζέλη, το Σκύλο.
Σώθηκε ευτυχώς στη δημόσια Βιβλιοθήκη της Ζακύνθου ένα βιβλίο με τίτλο «Αγγέλου Καντούνη ΑΠΑΝΤΑ» έκδοση 1896, του συγχρόνου του ‘Αγγελου Βερύκιου — Τυπογραφείο «Η Αυγή».

Ο ΛΙΟΥΡΗΣ (ΡΩΜΙΑΝΟΣ)
«Ο Λιούρης είναι άνθρωπος σαν ούλους τους ανθρώπους. Η τύχη τον έριξε στη Ζάκυνθο. Είναι άνθρωπος καλός, ευκολόπιστος, ως επί το πλείστον, ακαμάτης. Αποστρέφεται τσι σκουφούλες, τα παστέλια, τσι καμπάνες, τα ταμπούρια, τα ούρα (ζήτω!) όταν δεν γένουνται για τον αυτό του ή για την ιδέα του και αισθάνεται νευρική ταραχή όταν ακούει το όνομα του Λομβάρδου… Ο Λιούρης έχει και αρετές! Είναι υπομονετικότερος και από γάιδαρο. Αποβραδίς χάνει την εκλογή και την αυγή παρουσιάζεται με το χαμόγελο στο στόμα, χωρίς να χάσει το θάρρος… Έχει ηρωική αυταπάρνηση, είναι ικανός να μείνει για 18 ώρες νηστικός την ημέρα της εκλογής, χωρίς να φανερώσει παρά αδύνατη αγανάκτηση. Παρηγοριέται αμέσως τσι χαημούς με την ιδέα πως αδυνάτισε τον εχθρό του και, όταν πλησιάζουν οι εκλογές, βρίσκεται πάλι στο φυτίλι. Αφήνει τότε τη δουλειά του και τριγυρίζοντας στσι ρούγες μουρμουρίζει, κάνει λογαριασμούς με το νου του, χασκίζει γύρω του, συζητεί με αυθάδεια και πίστη και αγκαλιάζει όποιον ακούσει για υποψήφιο χωριστά από τον Λομβάρδο… Ο Λιούρης ως επί το πλείστον είναι άνθρωπος τίμιος, εθνικός, που γυρεύει το καλό της πατρίδας του, το οποίο δεν το βρίσκει στο Λομβάρδο».

Ο ΛΟΥΜΠΑΡΔΙΑΝΟΣ
«Ο λομβαρδιανός είναι αδελφός γκαρδιακός του Λιούρη. Εγεννήθηκε, ζει και θα πεθάνει και αυτός εδώ μέσα. Ο λομβαρδιανός διαιρείται κυρίως εις τρεις τάξεις, ή δια να μιλήσουμε παστρικότερα, είναι τρισυπόστατος. Αυτή η διάκριση είναι χρειαζόμενη, διότι άλλο είναι ο λομβαδιανός ο φαγάς, άλλο ο λομβαρδιανός ο μπεμπές και άλλο ο αλλαξοπιστισμένος. Ο πρώτος δουλεύει για τα καλά και συμφέροντα· ο δεύτερος νομίζει πως υπηρετεί ό,τι υπάρχει ιερότερο· και ο τρίτος, ο αλλαξοπιστισμένος ή πρώην λιούρης, διεκδικεί κανένα πάθος, καμμιά πίκα, δαπάνη του λομβαδριανού κόμματος… Ο λομβαρδιανός είναι ένα είδος ανθρώπου μαγεμένου· είναι άνθρωπος όπου του λείπει εξ ολοκλήρου η ψυχική δύναμις της θελήσεως… Δεν βλέπει ποτέ τα πράγματα με γυμνά μάτια, αλλά πάντοτε με γυαλιά τεχνικά, …Τα γυαλιά του τα φορεί κατά τις περιστάσεις ο Λομβάρδος με τους λόγους του. Τον Λομβάρδο τον θεώρει σαν ένα πράγμα υπεράνθρωπο, ένα πλάσμα παράδοξο, γεννημένο για να εκτελεί τα όσα βλέπει ο κάθε λομβαρδιανός στον ύπνο του. Ακόμα και τις πιο παράξενες και παράλογες επιθυμίες του. Ζητωκραυγάζει, χειροκροτάει, πετάει από χαρά όταν ακούει και βλέπει το Λομβάρδο… Τον ψήφο του τον νομίζει πως τον έχει δανεικόν από [τον Λομβάρδο], και σαν τίμιος άνθρωπος που είναι, τρέχει και του τον επιστρέφει σε κάθε εκλογή. Παίρνει πιάτα […] με την εικόνα του, έχει το κουάδρο του πάντα στην κάμαρά του… Αν ζούσε στη Ρώμη θα ήταν ο θερμότερος οπαδός του Κατιλίνα. Γεννημένος όμως σήμερα και στη Ζάκυνθο, δεν πρέπει ούτε μπορεί να είναι άλλο από Λομπαρδιανός».

Ο Διονύσης Βίτσος είναι συγγραφέας και εκδότης (Εκδοτικός Οίκος “Περίπλους”)

φωτο: ert.gr