Η Πολιτική ως Λειτούργημα

Του Διονύση Τσιριγώτη

Το ερώτημα που καλούμαστε ν’ απαντήσουμε στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, είναι εάν οι αιρετοί της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης επιζητούν την άσκηση της πολιτικής ως λειτούργημα, για την προαγωγή των στοιχειωδών στόχων της κοινωνίας ή ως αυτοσκοπό, για την ικανοποίηση ιδιοτελών συμφερόντων. Για να γίνουμε περισσότερο κατανοητοί, θα αντιπαραθέσουμε τα δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα που συνίστανται στην ορθή πολιτική λειτουργία και στην παρέκβασή της. Η πολιτική ως λειτούργημα αντικατοπτρίζεται στον πολιτικό βίο του πρώτου Έλληνα κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια και περιγράφεται αναλυτικά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (6.9.1910):
«…Η ιθύνουσα την πολιτείαν μου κεντρική αρχή είναι ότι ο πολιτικός ανήρ οφείλει να έχη γνώμονα πάσης αυτού πράξεως το κοινόν συμφέρον, και εις το συμφέρον τούτο να υποτάσση άνευ τινός ενδοιασμού, το τε συμφέρον του κόμματος εις ο ανήκει και των μελών του κόμματος τούτου…
Ότι οφείλει να έχη πάντοτε το θάρρος των γνωμών αυτού, μηδέποτε θυσιάζων ταύτας δια να γίνεται αρεστός προς τα άνω ή προς τα κάτω… Ότι προς την εξουσίαν πρέπει να αποβλέπη ουχί ως σκοπόν, αλλ’ ως μέσον προς επιτυχίαν άλλων υψηλοτέρων σκοπών, μηδέποτε σπεύδων προς την ανάλυψιν της άρχης, αν πρόκειται τούτο να γίνη επί θυσία μικρά ή μεγάλη των αρχών αυτών, μηδέποτε διστάζων ν’ απορρίπτη αυτήν, αν η διατήρησις αυτής θα έπρεπε να εξαγορασθή δια θυσίας του προγράμματος, προς εφαρμογήν του οποίου εκλήθη παρά του λαού».

Αντίστροφα, ο πλέον συνεπής εκφραστής της πολιτικής ως αυτοσκοπού, είναι ο πρώτος συνταγματικός πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ιωάννης Κωλέττης (1844-1847), ο οποίος, μέσω της ιδιοποίησης της πολιτικής λειτουργίας από τον κομματικό του μηχανισμό, προβαίνει στην κατοχή του κράτους και στη νομή του δημόσιου πλούτου για τη δημιουργία-συντήρηση πελατειακών δικτύων, ικανοποιώντας μικροπολιτικά συμφέροντα με στόχο την «μακροβιότητα των κυβερνήσεών του». Η τυπική του λογική αποκρυσταλλώνει τα φαυλοκρατικά χαρακτηριστικά του νεοελληνικού πολιτικού συστήματος. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Αν έχω μία θέση και την τάζω σ’ όλους, αλλά δεν τη δίνω σε κανένα, τους έχω όλους φίλους. Άμα όμως την προσφέρω τη θέση αυτή, τότε σίγουρα, θα κάμω έναν αχάριστο –αυτόν που θα την πάρει – αι οίκοσι οχτρούς –αυτούς που περίμεναν να την πάρουν. Ο πολιτικός λοιπόν ωφελείται από την υπόσχεση, αλλά βλάπτεται, όταν εκτελεί την υπόσχεσή του».
«Αν θέλει ο πολιτικός να φτάσει σε καλό αποτέλεσμα, πρέπει να προσλαμβάνει και τους ψεύδους τη συμμαχία…».
«Η συνείδηση του πολιτευόμενου πρέπει να ναι ολότελα διαφορετική από την ηθική συνείδηση, και το ψέμα πρέπει να ναι ο απαραίτητος άξονας κάθε πολιτικής του ενέργειας».

Η παθολογία αυτή, επονομαζόμενη και ως «κωλλετοκρατία»-κομματοκρατία, αναγορεύει την πολιτική λειτουργία σε άθλημα κατάκτησης- ιδιοποίησης του κράτους για την ικανοποίηση ιδιοτελών-μικροπολιτικών στόχων και αναδεικνύεται σε θεμελιώδη σταθερά του νεοελληνικού πολιτικού συστήματος. Πρόκειται για μια παρέκβαση της πολιτικής λειτουργίας που δρομολογείται κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας και κυρίως λίγο πριν την έναρξη του αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας. Είναι η προυχοντική-προεστική τάξη, που εκμεταλλευόμενη το γεγονός της συστράτευσης μείζονος μέρους του πληθυσμού, αρχικά στο κλεφταρματολίκι και εν συνέχεια στον αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας, ιδιοποιείται την πολιτική λειτουργία. Συνακόλουθα, η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και η επιβολή του βαυαρικού μοντέλου κατά την περίοδο της αντιβασιλείας-βασιλείας του Όθωνα, θα καταλήξει στη «άλωση» των κοινωνικοπολιτικών δομών από τους φορείς του προυχοντισμού-κοτζαμπαδισμού και στον παραμερισμό-εξοβελισμό της εξωελλαδικής αστικής τάξης από το ελλαδικό κράτος. Ειδικότερα, με την εγκαθίδρυση της συνταγματικής μοναρχίας (1843) και τον ιστορικό συμβιβασμό της ελλαδικής προυχοντικής τάξης με το γεγονός της κρατοκεντρικής συγκρότησης του ελλαδικού έθνους, το κοινοβουλευτικό σύστημα θ’ αναδειχθεί σε κύριο μέσο για την επίλυση της διάστασης μεταξύ της κεντρικής και των τοπικών κέντρων εξουσίας, εδραιώνοντας την πολιτική-οικονομική κυριαρχία των προεστών-προυχόντων. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο Παναγιώτης Κονδύλης, η εγκαθίδρυση της κοινοβουλευτικής μοναρχίας στην περίοδο του Όθωνα, έδωσε στο πολιτικό σύστημα τη δυνατότητα κατοχής του κρατικού μηχανισμού και τη μετατροπή σου σε κομματικό. Από εδώ και στο εξής, η άσκηση της πολιτικής εξουσίας δεν είναι ένας τρόπος για την προάσπιση του κοινού συμφέροντος, αλλά ένας αγώνας για την κατάκτηση και τη νομή του δημόσιου πλούτου.
Η δημιουργία ενός αναντίστοιχου πολιτικού-οικονομικού συστήματος και ο «ιδεολογικός μεταπρατισμός του μοντέλου της Εσπερίας» όχι μόνο κατήργησε την καθολική ελευθερία που βίωνε ο Ελληνικός κόσμος από την κλασσική εποχή υπό το πρόταγμα της Δημοκρατίας, αλλά οδήγησε στην ενοχοποίηση της κοινωνίας και στην εισαγωγή της σε καθεστώς ιδιώτη, αποστερώντας την από τον φυσικό της ρόλο, της συγκρότησής της σε δήμο που αυτοκυβερνάται. Κατά την περιγραφή του Γιώργου Κοντογιώργη:
«από τη στιγμή που η κομματοκρατία απηλλάγη από την θεσμημένη (σε δήμο) κοινωνική συλλογικότητα και από τις δυνάμεις εκείνες που ήσαν ικανές να αμφισβητήσουν το πολιτικό της ιδιώνυμο, ήταν φυσικό να “παίξει” χωρίς αντίπαλο με λάφυρο το κράτος, και δι’αυτού την ελλαδική κοινωνία και τον μείζονα ελληνισμό. […]
Στο γενικό αυτό κλίμα, στο οποίο εγκιβωτίσθηκε η ελλαδική κοινωνία στο πλαίσιο του νεοελληνικού κράτους, το πολιτικό σύστημα της αιρετής μοναρχίας ήταν φυσικό να μεθαρμοσθεί σε μια κομματοκρατία αυστηρά προσωποπαγούς τύπου, σε ένα σύστημα ουσιαστικής κατοχής επί της ελληνικής κοινωνίας, χωρίς αναφορές ή εξαρτήσεις από την κοινωνική (ή έστω οικονομική) συλλογικότητα».

Καταληκτικά, το διακύβευμα των επερχόμενων αυτοδιοικητικών εκλογών – ευρωεκλογών συνίσταται στην αλλαγή πολιτικής πλεύσης, μέσω της αναζήτησης προσώπων «διαφερόντων κατά τε την αρετήν» και την επαναφορά της κοινωνίας στην πολιτική, ως συστατικός της εταίρος, ανατρέποντας εκ βάθρων την λανθάνουσα «δομή που δημιουργήθηκε για να ικανοποιεί τον πολιτικό, τον υπάλληλο και τους συγκατανευσιφάγους του κράτους». Γιατί όπως ο Χρήστος Γιανναράς επισημαίνει: «η ελληνικότητα, ως ιστορική ετερότητα, δεν σαρκώθηκε σε βασιλιάδες και πρωθυπουργούς ούτε σε κόμματα. Γι’ αυτό και στη φαρσοκωμωδία του “αντιπροσωπευτικού συστήματος” δεν αντιτάσσουμε θεωρίες, αλλά τον Καποδίστρια, τον Τρικούπη, τον Σοκόλη, τον Ροΐδη, τον Παπαδιαμάντη, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Κωνσταντίνο Καραβίδα».

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

φωτο: Protothema.jpg