Προς ένα νέο πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης

Διονύσης Τσιριγώτης,
Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

Με το σύνθημα «αύξηση των τουριστικών εσόδων και όχι των αφίξεων» ο τούρκος υπουργός τουρισμού, Mehmet Ersoy, προδιαγράφει το αναμορφωμένο δόγμα της τουριστικής στρατηγικής της Άγκυρας για την επερχόμενη πενταετία.

«Δεν πρέπει να εμπλακούμε στον μαζικό τουρισμό. Αν θέλαμε προηγουμένως να επιτύχουμε 50 εκατομμύρια τουρίστες μέχρι το 2023, τώρα η αποστολή μας είναι να έχουμε 50 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα «.
Στο πλαίσιο της ανωτέρω συλλογιστικής και επειδή το τουριστικό προϊόν αποτελεί τη «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας, κρίνεται σκόπιμο να αναλογιστούμε για το τι είδους τουρισμό θέλουμε, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο. Αν και τα τελευταία χρόνια η χώρα μας καταρρίπτει το ένα μετά το άλλο τα ρεκόρ των τουριστικών αφίξεων, με την απερχόμενη τουριστική περίοδο (2018) να καταγράφει το ιστορικό ποσοστό των 33-34 εκατομμυρίων αφίξεων, η στροφή προς την ποιότητα αποτελεί αδήριτη αναγκαιότητα, για να διαχειριστούμε το κεφαλαιώδες πρόβλημα του τουριστικού κορεσμού ή υπερτουρισμού, (όπως καταδείχθηκε και στο πρόσφατο άρθρο της Γ. Καλαμαρά, «Ο “υπερ-τουρισμός” απειλεί τα Ιόνια») που πλήττει δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς της χώρας μας, συμπεριλαμβανομένου και του νησιού μας. Το εν λόγω πρόβλημα, δύναται να αντιμετωπισθεί, μέσα από τη διαμόρφωση και εφαρμογή μιας ορθολογικής στρατηγικής για τον τουρισμό, ξεκινώντας από τη διάγνωση των απειλών-ευκαιριών του αναδιαμορφωμένου τουριστικού περιβάλλοντος. Δεν είναι μόνο οι νέες προκλήσεις που ελλοχεύουν και προκαλούνται από εσωτερικούς (πολιτικοοικονομική κρίση, κοινωνική ανασφάλεια) και εξωτερικούς παράγοντες (πολιτική αστάθεια, κοινωνικοπολιτικές αναταραχές, διεθνή τρομοκρατία σε ανταγωνίστριες χώρες) άλλα και η ανάδειξη νέων τουριστικών προορισμών, μεγεθύνοντας το εύρος της τουριστικής αγοράς, δημιουργώντας «νέες δυνατότητες και ευκαιρίες για διάφορες μορφές τουριστικής δραστηριότητας», αυξάνοντας παράλληλα τις ανάγκες και τις απαιτήσεις των τουριστών.
Αντίστοιχα, ως επιδιωκόμενος στόχος, τίθεται, η αλλαγή του τουριστικού προτύπου, από τον μαζικό στον ποιοτικό τουρισμό, με απότοκο την αύξηση των τουριστικών εσόδων και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής, μέσω της βιώσιμης ανάπτυξης.
Ωστόσο, επειδή εξαρχής τα δομικά προβλήματα στον τρόπο ανάπτυξης του τουριστικού προϊόντος οδήγησαν σε στρεβλά πρότυπα, απόρροια του ανεπαρκούς κρατικού σχεδιασμού αλλά και της έλλειψης τουριστικής παιδείας, όπως και παιδείας γενικότερα, με αποτέλεσμα κάποιοι να εναντιωθούν στη συλλογιστική μας, κυρίως γιατί ως ιδιώτες επιχειρηματίες λειτουργούν με γνώμονα το ατομικό τους κέρδος και όχι με βάση το συλλογικό όφελος, σπεύδουμε να προσημειώσουμε, ότι για μια σειρά από λόγους και αιτίες που θα εξηγήσουμε ευθύς αμέσως και συνδέονται με την απουσία μέσων –υποδομών, η βέλτιστη δυνατή λύση, βραχύ-μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον, είναι η «συνύπαρξη» «ακριβού – ποιοτικού» τουρισμού με την αναβάθμιση του «φθηνού» σε καλό «φθηνό τουρισμό».
Έχοντας ήδη περάσει, από το 1985, στο τρίτο στάδιο της τουριστικής ανάπτυξης, στον βιομηχανοποιημένο, μαζικό τουρισμό, με το τουριστικό προϊόν να περιορίζεται σε οργανωμένα τουριστικά πακέτα, τις τουριστικές περιοχές να τυποποιούνται σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της ζήτησης του τουριστικού προϊόντος και τον αριθμό των τουριστών να παρουσιάζει ραγδαία αύξηση, προσεγγίζοντας ή ακόμη και υπερβαίνοντας κατά δεκάδες φορές τον αριθμό του συνολικού πληθυσμού (ιδίως κατά τους μήνες αιχμής, Ιούλιο-Αύγουστο), τα προβλήματα που δημιουργούνται από την έλλειψη των ικανών-αναγκαίων μέσων/υποδομών είναι παραπάνω από εμφανή. Αυτό γιατί όπως περιγράφει ο καθηγητής Π. Τσάρτας (Ελληνική Τουριστική Ανάπτυξη: Χαρακτηριστικά, διερευνήσεις, προτάσεις, σ.21-22) :
«η ταχύτατη αύξηση του αριθμού τουριστικών επιχειρήσεων σε πολλές περιοχές της χώρας, η έλλειψη εκπαίδευσης και ελέγχου, ο υπερεπαγγελματισμός σε όλους τους τύπους τουριστικής απασχόλησης και ο μεγάλος αριθμός των επιχειρήσεων που λειτουργούν παράνομα, τείνουν να αποτελούν σταθερές και εγγενείς αδυναμίες της τουριστικής ανάπτυξης και οδηγούν σε υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Παράλληλα, η συστηματική ανάλυση των επιπτώσεων στην οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον αυτή την περίοδο, αναδεικνύει τα τεράστια προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί σε τοπικό κυρίως επίπεδο και δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η κρατική τουριστική πολιτική επιδιώκει με πολλές και διαφορετικές θεσμικές παρεμβάσεις να θέσει όρους και πλαίσια στην τουριστική ανάπτυξη. Το γεγονός ότι πολύ λίγες από αυτές τις παρεμβάσεις είναι επιτυχείς οφείλεται στην κοινωνική και οικονομική δυναμική που έχει ενεργοποιήσει ο τουρισμός σε τοπικό επίπεδο, μια δυναμική η οποία συνδέει το μεγαλύτερο ποσοστό της απασχόλησης και εισοδημάτων της περιοχής με τον τουριστικό τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο, το εγχείρημα να τεθούν όρια και κανόνες στην επιχειρηματική δράση ή στον τρόπο ανάπτυξης προσκρούει σε διαμορφωμένα –και συχνά παγιωμένα– συμφέροντα κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων, οι οποίες λειτουργούν ως ομάδες συμφερόντων στις τουριστικές περιοχές».
Προς επίρρωση της ανωτέρω διαπίστωσης σημειώνεται το πρόσφατο περιστατικό με τις καταγγελίες βρετανών τουριστών για διακοπές «κόλαση» σε ξενοδοχείο του χωριού Αγίου Γόρδιου στην Κέρκυρα.
Ποιες είναι όμως οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για την αναβάθμιση της ποιότητας του τουριστικού προϊόντος;
Πρώτα από όλα και επειδή ο προορισμός δημιουργεί τη ζήτηση και η ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών το είδος του τουριστικού προϊόντος, απαιτείται συνέργεια δράσεων μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης, περιφερειακής-τοπικής αυτοδιοίκησης και επαγγελματιών του τουρισμού για την ανάπτυξη-εφαρμογή ενός κεντρικού στρατηγικού σχεδιασμού με εναλλακτικά σενάρια ανάπτυξης υπό τη βάση των ιδιομορφιών της εκάστοτε περιφέρειας.
Δεύτερον και εξίσου σημαντικό είναι η αναβάθμιση των υποδομών, δημόσιων (λιμάνια, μαρίνες, αεροδρόμια, αποχετευτικό δίκτυο, οδικοί άξονες), ιδιωτικών (π.χ. η κατασκευή εκσυγχρονισμένων τουριστικών μονάδων και η βελτίωση των ήδη υπαρχόντων) και του ανθρώπινου δυναμικού, μέσα από την ανάπτυξη των ανάλογων δομών εκπαίδευσης-επιμόρφωσης (ίδρυση αγγλόφωνων προγραμμάτων σπουδών, προγράμματα δια βίου μάθησης, κ.α.).
Υπό αυτό το πρίσμα και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός, ότι η ταχεία ανάπτυξη-αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, από το πρώτο στάδιο του περιηγητικού τουρισμού (1950-1965) στον οργανωμένο τουρισμό διακοπών (δεύτερο στάδιο 1965-1985) και ακολούθως στον βιομηχανοποιημένο μαζικό τουρισμό, συνοδεύτηκε από έλλειψη τουριστικής στρατηγικής, καθίσταται αναγκαία η αναδιάρθρωση του τουριστικού προτύπου. Δεν είναι μόνο η απουσία χωροταξικού σχεδιασμού σε εθνικό-τοπικό επίπεδο που επιδείνωσε το πρόβλημα αλλά και η ένδεια ολοκληρωμένων περιβαλλοντικών μελετών και γενικότερα μελετών για τις κοινωνικές επιπτώσεις, την απασχόληση του ανθρώπινου δυναμικού, της οικονομικής οργάνωσης και διαχείρισης, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν οι κριτικές για τα οφέλη της τουριστικής ανάπτυξης στην κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον. Ειδικότερα, σε μια σειρά μελετών για τη βιωσιμότητα και τη φέρουσα ικανότητα υποδοχής μιας τουριστικής περιοχής, δηλαδή του μέγιστου αριθμού των ατόμων που μπορεί να φιλοξενήσει ταυτόχρονα ένα τουριστικός προορισμός χωρίς να προκαλείται καταστροφή του φυσικού, κοινωνικού, οικονομικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, καταδεικνύεται η αναγκαιότητα της θέσπισης ορίων ανάπτυξης του τουρισμού, για τη βιωσιμότητα των φυσικών και πολιτιστικών πόρων.

φωτο: tourprom-1.jpg