Το διακύβευμα των Ευρωεκλογών

Στη χώρα μας, οι Ευρωεκλογές θα περάσουν χωρίς να γίνεται από κανέναν ουσιαστική κουβέντα για το ποια Ευρώπη θέλουμε και ποιος ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των μελών του. Θα έπρεπε το ενδιαφέρον των ευρωεκλογών να επικεντρώνεται κυρίως στις επιπτώσεις που τα αποτελέσματα τους θα διαμορφώσουν, αλλά και πώς τα αποτελέσματα αυτά θα προσδιορίσουν τα πρόσωπα που θα αναλάβουν τις θέσεις – κλειδιά στα κέντρα των αποφάσεων. Κυρίως, ποιος θα είναι ο νέος πρόεδρος της Κομισιόν στη θέση του κ. Γιούνκερ. Όπως εξελίσσονται τα πράγματα, δεν είναι σίγουρο ότι ο νέος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα είναι από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ούτε ότι θα είναι Γερμανός ή Γάλλος, ή προερχόμενος από κάποια άλλη χώρα της κοινότητας. Ως ένα βαθμό αυτό είναι αντανάκλαση της πολιτικής ρευστότητας και αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της έως τώρα διαδικασίας ανάδειξης Προέδρου της Κομισιόν μέσω συμβιβασμού των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών σχηματισμών. Η καθιερωμένη διαδικασία προέκρινε τον επικεφαλής της ομάδας που θα συγκέντρωνε πανευρωπαϊκά τις περισσότερες ψήφους και τους περισσότερους ευρωβουλευτές. Ο Μακρόν τώρα υποστηρίζει ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι πλέον γόνιμη, διότι πολύ απλά οι συνθήκες στην Ευρώπη έχουν αλλάξει δραματικά σε σύγκριση με το 2014. Ο πρόεδρος της Κομισιόν θα πρέπει να διαθέτει μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα, επίσης την πολιτική προσωπικότητα, την εμπειρία και τις απαραίτητες συμμαχίες, για να μπορέσει να κρατήσει γερά το τιμόνι της Ευρώπης στις Βρυξέλλες. Επομένως κατά τον Μακρόν απαιτείται μια ευρύτερη πολιτική διαβούλευση, μιας και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχής άνοδος των εθνικιστών και των δυνάμεων των ευρωσκεπτικιστών. Επίσης, η αντίθεση μεταξύ των χωρών του Βορρά και των χωρών του Νότου έχει οξυνθεί σημαντικά σε αυτό το διάστημα, με επίκεντρο τις πολιτικές λιτότητας. Εκτός αυτού η εκλογική επιρροή των παραδοσιακών κομμάτων της Ευρώπης, χριστιανοδημοκρατίας και της σοσιαλδημοκρατίας έχει σημειώσει μεγάλη υποχώρηση. Οι Χριστιανοδημοκράτες θα αποσπάσουν το μεγαλύτερο ποσοστό εδρών, αλλά με σχετική πλειοψηφία και μικρότερα ποσοστά από τη σημερινή τους δύναμη. Είναι επομένως υπερβολικά φιλόδοξο να θεωρούν ότι θα εξασφαλίσουν τον επόμενο πρόεδρο. Από την άλλη πλευρά, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει και τα ποσοστά που θα επιτύχει η ομάδα των Σοσιαλδημοκρατών, ακόμη και με δεδομένο πλέον, ότι θα ψηφίσουν και οι Βρετανοί με το ισχυρό Εργατικό Κόμμα που διαθέτουν. Ένα κρίσιμο μέγεθος θα είναι, το εάν μειωθεί περαιτέρω η απήχησή των Σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία, τότε όχι μόνο θα πάρουν σαφείς αποστάσεις μεταξύ τους οι δύο κοινοβουλευτικοί πυλώνες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά μπορεί να κινδυνέψει ακόμη και η σημερινή κυβέρνηση συμμαχίας της Γερμανίας. Πράγμα που θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο το σκηνικό. Η πολιτική σκηνή λοιπόν έχει πάρει φωτιά, το μεγάλο παζάρι στο κέντρο της Ευρώπης αρχίζει. Το ρήγμα μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας για τη θέση αυτή δεν έχει προηγούμενο. Ο Μακρόν, ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας του και με το ενδεχόμενο να προηγηθεί έστω και με βραχεία κεφαλή η Λεπέν, είναι πολύ δύσκολο μετά να συμβιβαστεί με τον Γερμανό υποψήφιο των Χριστιανοδημοκρατών Βέμπερ. Δεν αποκλείεται να προτείνει, όπως ακούγεται, τον Μπαρνιέ, ο οποίος είναι Γάλλος, είναι κεντροδεξιός και είναι πάνω από όλα ο διαπραγματευτής του Brexit εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Μεγάλο προσόν του η εμπειρία. Για όλες αυτές τις διεργασίες και τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται εμείς μάλλον δεν έχουμε ιδέα. Λες και δεν επηρεάζεται άμεσα η ζωή μας. Η Νέα Δημοκρατία περιέφερε τον κύριο Βέμπερ, με όλα τα αρνητικά της υποψηφιότητας του και τις θέσεις του σε ζωτικής φύσεως θέματα για τη χώρα μας, όπως οι σχέσεις με την Τουρκία. Η κυβέρνηση πατάει σε δύο βάρκες, μια Σοσιαλδημοκρατική και η άλλη αγνώστων αριστερών προδιαγραφών. Ενώ οι ζυμώσεις στην Ευρώπη καλά κρατούν, εμείς ασχολούμαστε με το ποιος είπε κάτι που μπορεί εύκολα να γίνει αντιπολιτευτικά από «τρίχα τριχιά».