Φαντάζομαι

Φαντάζομαι τη Ζάκυνθο, εκεί σαν μια γριούλα,
σ’ ένα πεζούλι στα ψηλά, και να τα βλέπει ούλα.

Να βλέπει για το μέλλον τσης, πολύ κόσμο να τρέχει,
κι οι υποσχέσεις σύννεφα, να πέφτουν σαν να βρέχει.

Πως βγήκανε στα ξαφνικά, τόσα μυαλά… ποιος ξέρει,
πολύς ο κόσμος γύρω τσης, που θέλει να προσφέρει.

Τα βλέπει κι είναι σκεπτική, κρατάει τα μάγουλα τσης,
σκέφτεται που ‘χε κάποτε, τα ρούχα τα καλά τσης.

Τι φορεσιές, τι άρωμα, τι αρχοντιά, τι χρώμα,
κι η σκέψη τση παρηγοριάς… είχε και τότε βρώμα.

Και έμψυχη, και υλική, σαφώς όμως πιο λίγη,
ρυάκι ήταν τότενες, ποτάμι καταλήγει.

Ήλπιζε στην εξέλιξη, και με την πάροδο μας,
θα ανέβαινε το κύρος μας, και το επίπεδο μας.

Όμως… εκεί διπλώνεται, την πιάνει ένας κόμπος,
πολλά είναι τα σκοτάδια τσης, και δεν υπάρχει γλόμπος.

Το φως αν τη ρωτήσουνε, δεν ξέρει τι σημαίνει,
για αυτό είναι θύμα σήμερα, και υπερχρεωμένη.

Την καίει η ερώτηση… πως πρέπει να αρμενίσω,
γιατί στα τρία βήματα, τα δύο πάνε πίσω;

Γιατί με αγάπη άφθονη, παντού με τραγουδάνε;
γιατί την άλλη μ’ έχουνε και με ποδοκυλάνε;

Έχει πολλές αναλαμπές, η Ζάκυνθο η καημένη,
βλέπει ακούει με προσοχή, εκεί, και περιμένει.

Έχει την περιέργεια, παρατηρεί, κοιτάει,
άλλα κρατάει στην καρδιά, βαθιά, κι άλλα πετάει.

Μεγάλη η αγανάχτηση, και βάρος στο κεφάλι,
έχει την αγωνία τσης, ο Μάης τι θα βγάλει…

Ιδέες και προγράμματα, ποτέ δεν είχαν τόσα,
να συζητούν στα ράδια, και να πηγαίνει η γλώσσα.

Έχουν μπλα μπλα ατέλειωτο, μ’ ουσία κι η κουβέντα,
καλά θα ήταν να ‘κουγε, κάτου από μια τέντα.

Εγιόμισε υποψήφιους, κι ούλοι για το καλό τσης,
μηνύματα φαντάζομαι, πολλά στο κούτελο τσης!!!