«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω…»

Γράφει η Α. Μαρκεσίνη

Μάιος 1936. Η Θεσσαλονίκη θυμίζει πολιορκημένη πόλη. Η απεργία που ξεκίνησε από τα καπνομάγαζα για καλύτερες συνθήκες εργασίας, θα εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες ιστορίες του ελληνικού εργατικού κινήματος. Ένα τεράστιο απεργιακό κύμα που ξεκίνησε από τους καπνεργάτες και επεκτάθηκε και στα άλλα εργατικά συνδικάτα, έχει παραλύσει την πόλη δίνοντας στην απεργία πανεργατικό χαρακτήρα. Η δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά απάντησε με άγρια καταστολή χρησιμοποιώντας αστυνομία και στρατό. Στις 9 Μαΐου πραγματοποιήθηκαν σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αρχών με αιματηρή κατάληξη. Ο απολογισμός ήταν δώδεκα νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Η φωτογραφία που δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» την επόμενη ημέρα είναι συγκλονιστική: Ο νεκρός βρίσκεται ξαπλωμένος σε μια ξύλινη πόρτα που είχε ξηλωθεί από κάποια οικοδομή. Η μητέρα του, Κατίνα Τούση, γονατισμένη, ντυμένη στα μαύρα, θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του παιδιού της, ενώ γύρω της περνούν χωροφύλακες και διαδηλωτές σε μια διασταύρωση δρόμων. Ο Γιάννης Ρίτσος στιγματίζεται και εμπνέεται από αυτή την εικόνα, κλείνεται συγκλονισμένος στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης 30 και συγγράφει. Όπως ο ίδιος λέει, «είχε κλειστεί στη σοφίτα του δύο μερόνυχτα και έγραφε, χωρίς να φάει και να κοιμηθεί, την τρίτη μέρα, δεν άντεξε, άρχισε να σβήνει…». Έτσι ξεκίνησε να γράφει τους πρώτους στίχους από τον «Επιτάφιο». Στις 8/6/1936 ο «Επιτάφιος» κυκλοφόρησε σε 10.000 αντίτυπα. Η έκδοση προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία Μεταξά, οι οποίες και οδήγησαν στην πυρά πληθώρα αντιγράφων. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα το 1958 ο Μίκης Θεοδωράκης θα μελοποιήσει οχτώ από τα είκοσι τραγούδια του Επιταφίου. Η ιστορία του Τάσου θα ξαναζωντανέψει μέσα από την ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση και την εκτέλεση του Μανώλη Χιώτη. Η ένταση και η ορμή του πόνου της μάνας θα κάνει έναν ολόκληρο λαό να δακρύσει. Τα λόγια συγκίνησαν και θα συγκινούν πάντα:
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
Πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
Και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;