Φάγαμε

Φάγαμε, τι δεν φάγαμε, μεγάλο νταραβέρι,
να πω τι κατεβάσαμε… μόνο ο Θεός το ξέρει.

Δικαιολογία είχαμε, πλατιά τα χα χα χα χα,
και τ’ άλλα μες το στόμα μας… γιορτάζαμε το Πάσχα.

Μεγάλη η κατανάλωση, μα το απαιτεί η μέρα,
ποιος θα χωράει δεν είπαμε, την άλλη στην μπανιέρα.

Εκεί βγαίνει παράπονο, κι αρχίζουνε οι τύψεις,
στο άγχος επιβάλετε, τσιγάρο για να στρίψεις.

Γιατί πως θα ‘βγουν τα κιλά; ζαλάδα έχουν φέρει,
με ένα ταμπούρλο για κοιλιά… κι έρχεται Καλοκαίρι.

Το μετανιώνεις μερικώς, δεν έπρεπε… στο βάθος,
κι από την άλλη σκέφτεσαι… παρέσυρε το πάθος.

Τόση νηστεία έπεσε, κουλούρια με σουσάμι,
μέρες ψυχής και εξαγνισμού, και… ας μην έχεις κάμει.

Πέσαμε ασυγκράτητοι, μεγάλη η λαιμαργία,
και ήσυχοι απ’ τα άγχη μας, γιατί ήταν αργία.

Κι εκεί που είσαι φεις μπουκ, με πόδια απλωμένα,
βλέπεις μες την οθόνη σου, παιδιά σκελετωμένα.

Και λες… κοίτα τι βάζουνε, αντί αρνιά… ψηστιέρες,
να σου χαλάνε διάθεση, δεν κάνει τέτοιες μέρες.

Αλλά δεν τρέχει τίποτα, δεν σου κρατάει το μάτι,
περνάει απαρατήρητο, γιατ’ είμαστε χορτάτοι.

Χαϊδεύεις την κοιλάρα σου, τα μάγουλα… τα ίδια,
και ξεφτιλάς τα δόντια σου, γιατ΄ είναι από κοψίδια.

Εκάμαμε κατάχρηση, υπέρβαση μεγάλη,
η διαιτολόγος αύριο, γύρε τι θα επιβάλει.

Και σαν μπως δεν μας έγραψε να τρώμε την ημέρα;
στον ήλιο πλήρη γεύματα, διαίτης την εσπέρα.

Ε, θέλει μια προσπάθεια τώρα να μαζευτούμε,
τα περιττά που πήραμε… φτάνει να το σκεφτούμε.

Και να το πω για ούλους μας; φτάνει δικαιολογίες,
αφήστε τσις για τον καιρό, τσι αερολογίες.

Φάγαμε, τι δεν φάγαμε, ψητά κι απάνω θε μας,
για σε ξεκοιλιαστήκαμε, μπερκέτι σου Θεέ μας!!!