Τα Πάθη Σου

Ξημέρωσε κι ούτε πουλί, δεν ήθελε λαλήσει,
μια σιωπή, κάτι βαρύ, πλανιότανε στη φύση.

Μπροστά μου ο λόφος… μια σκιά, που βρίσκομαι δεν ξέρω,
κι αυτή η λέξη ένοχος, με κάνει και υποφέρω.

Δεν έχω βήμα σταθερό, μυαλό να περπατήσω,
με σέρνουνε οι τύψεις μου, να πάω να ρωτήσω.

Έ ρε συ γύφτο μάστορα, τι κάνεις εκεί κάτου;
κάποιον Ιησού δικάσατε, και φτιάχνω τα καρφιά του.

Σας πείραξε ο λόγος του, ταράχτηκε η ψυχή σας,
εκεί που κρύβετε καλά, όλοι την ενοχή σας.

Ιδρώτας με κυρίεψε, και στο λαιμό με πνίγει,
αυτό που λέγεται ντροπή, κι η μέρα που ανοίγει.

Αισθάνομαι σαν δήμιος, όσο περνάει η ώρα…
τα πάθη που προκάλεσες, πρέπει να δεις προχώρα.

Φορτώθηκε τα λάθη μας, και με αγάπη τόση…
σ’ αυτόν που κάνεις το καλό, αυτός θα σε σταυρώσει.

Σέρνει αργά τα βήματα, πάνω στο μονοπάτι,
βαρύς του κόσμου ο σταυρός, στους ώμους του, στην πλάτη.

Εδίψασε, εστέγνωσε, δεν είχε να παλέψει,
η αγάπη που ‘χε τη δροσιά, στον κόσμο είχε στερέψει.

Εγώ σε νιώθω Κύριε, κι εγώ με σε πονάω,
δεν έχω θάρρος να το πω, στον όχλο δεν τολμάω.

Έδωσες την αγάπη σου, δίδαξες καλοσύνη,
ο έχων ένα, το μισό, στον άλλονε να δίνει.

Κάτι με γέμισε βαθιά, μες την ψυχή μου ελπίδα,
ήταν εκείνη η ματιά, που μου ‘ριξε και είδα.

Τώρα επάνω στο σταυρό, ληστής τον κοροϊδεύει,
κι ο άλλος στο μαρτύριο, συγχώρεση γυρεύει.

Σεισμός… η γη εσκίστηκε, πιστέψτε, αγαπηθείτε,
στο δρόμο της αλήθειας, τον άνθρωπο να βρείτε.

Είναι η μέρα των Παθών, της αυστηρής νηστείας,
και εγώ κοιτάζω σιωπηλός, στη μέση της πλατείας.

Το »Ίνα τι εφρύαξαν», βγαίνει ο Εσταυρωμένος,
τι έπραξε ο άνθρωπος, κοιτάζω δακρυσμένος!!!

φωτο: Volcano-Times-Magazine