Η ανα-σύνθεση του τροπαρίου της Κασσιανής σε ζακυνθινό μουσικό ύφος (video)

Η ανα-σύνθεση του τροπαρίου της Κασσιανής σε ζακυνθινό μουσικό ύφος

του Ευσταθίου Μακρή

Αποτελεί ιστορικό γεγονός η νέα μελοποίηση και ερμηνεία (μακάρι και καθιέρωση), σε ζακυνθινό μουσικό ιδίωμα, του περίφημου ύμνου, που ψάλλεται στους ναούς μας το βράδυ της Μ. Τρίτης. Το «τροπάριο της Κασσιανής», όπως αναφέρεται συνήθως με το όνομα της υμνογράφου, έχει γνωρίσει αρκετές μελοποιήσεις, τόσο σε ανατολική-μονόφωνη, όσο και σε δυτικίζουσα-πολυφωνική μορφή. Δεν έχει σωθεί, ωστόσο, η εκδοχή που ψαλλόταν παλαιότερα στη Ζάκυνθο, πριν επικρατήσουν οι νεώτερες συνθέσεις των Ιωάννη Σακελλαρίδη (1853-1938) και Θεμιστοκλή Πολυκράτη (1863-1926). Είτε βρισκόταν σε κάποιο μουσικό χειρόγραφο που χάθηκε, λόγω των περιπετειών του νησιού, είτε παραδιδόταν προφορικά και ξεχάστηκε, όπως τόσες άλλες μελωδίες που έπεσαν θύμα της σταδιακής παρακμής του είδους κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Ποιο είναι, όμως, το ιδιαίτερο μουσικό είδος ή ιδίωμα, στο οποίο αναφερόμαστε; Πρόκειται για το λεγόμενο «κρητοεπτανησιακό μέλος» («μέλος» σημαίνει κατά βάσιν μελωδία), που άκμαζε παλαιότερα τόσο στη Ζάκυνθο, όσο και στο δικό μας νησί, την Κέρκυρα, σε διαφοροποιημένες μεν τοπικές εκδοχές, αλλά με πολλά κοινά χαρακτηριστικά, καλύπτοντας όλες τις ακολουθίες του εκκλησιαστικού έτους. Η απώτερη καταγωγή του εντοπίζεται στη μουσική της βυζαντινής εποχής, όπως διαμορφώθηκε στην Κρήτη μετά την Άλωση και πέρασε τελικά στα νησιά μας τον 17ο αιώνα.

Ας πούμε, όμως, και τι δεν είναι, για να διαλύσουμε κάποιες παρεξηγήσεις που επικρατούν: α) Δεν είναι πολυφωνικές συνθέσεις (μολονότι φαίνεται ότι παράλληλα καλλιεργήθηκε και εκείνο το είδος, αλλά περί αυτού σε άλλη ευκαιρία). Είναι μελωδίες που ανήκουν στους 8 ήχους της εκκλησιαστικής μας μουσικής, αντίστοιχους μεν με αυτούς της νεοβυζαντινής παράδοσης της υπόλοιπης Ελλάδας, αλλά και με σημαντικές διαφορές. Αυτές οι μελωδίες, λοιπόν, επενδύονται με την παραδοσιακή, αυτοσχέδια πολυφωνία των Επτανήσων, η οποία κανονικά δεν γράφεται, αλλά αποδίδεται «με το αυτί» από τους βοηθούς του πρωτοψάλτη. Έτσι γινόταν στη Ζάκυνθο, έτσι γινόταν και στην Κέρκυρα. β) Δεν είναι φολκλόρ, όπως δίνεται η εντύπωση λόγω της παρακμής που έχει επέλθει. Είναι μία πλουσιότατη, έντεχνη μελωδική παράδοση που, πέραν του προφορικού στοιχείου, έχει αποθησαυριστεί σε λίγα μεν, αλλά σημαντικά μουσικά χειρόγραφα, είτε στη σημειογραφία της βυζαντινής μουσικής (Ζάκυνθος), είτε στο πεντάγραμμο (Κέρκυρα).

Και επιστρέφουμε στο «τροπάριο της Κασσιανής». Ο μελοποιός της παραδοσιακής εκκλησιαστικής μας μουσικής, νεοβυζαντινής ή κρητοεπτανησιακής, δεν είναι ο συνθέτης ενός έργου π.χ. συμφωνικής μουσικής ή ενός τραγουδιού. Οφείλει να χρησιμοποιήσει υλικό που υπάρχει στην παράδοση, να το αναδιατάξει, να το εμπλουτίσει με δικές του ιδέες και να το παρουσιάσει σε μια μορφή, που δεν θα το καθιστά «ξένον άκουσμα» σε σχέση με όσα προϋπάρχουν. Αυτό ακριβώς έκανε ο κ. Παναγιώτης Μαρίνος στην προκειμένη περίπτωση! Χρησιμοποίησε «θέσεις» (τυποποιημένες μελωδικές γραμμές) που εντόπισε στα παλαιά χειρόγραφα, σε συνδυασμό με τη βαθειά γνώση της προφορικής παράδοσης που τον διακρίνει και το προσωπικό του συνθετικό ταλέντο και μας παρουσίασε μια θαυμάσια εκδοχή του ύμνου, που είχαμε τη χαρά να ακούσουμε στην τοπική τηλεόραση της Ζακύνθου. Με τη χαρακτηριστική, λαϊκή αρμονία του τόπου μας, χωρίς περιττές επεμβάσεις.

Ευχόμαστε o κ. Μαρίνος να συνεχίσει δυναμικά το έργο του στον εμβληματικό ναό που διακονεί, τον Άγιο Διονύσιο, αλλά και πέραν αυτού, ώστε να μη χαθεί αυτό το πανέμορφο άνθος του επτανησιακού πολιτισμού, η κρητοεπτανησιακή μας ψαλτική, στη ζακυνθινή της έκφραση.

Ο Ευστάθιος Μακρής είναι
Αν. Καθηγητής του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου