O Ανέστης

Είδα και ξεχορτάριαζε, ο φίλος μου ο Ανέστης,
είχε καρέτα, σάρωμα, και δίπλα του ο ασβέστης.
Είχε νερό από βρόχινο, στη βίκα μη διψάσει,
και τάπερ λίτρου τον καφέ, μήπως και δεν του φτάσει.
Στάση καμία δεν έκανε, ανάσα για να πάρει,
εκεί έδινε κι έπαιρνε, η αξίνα και το φτυάρι.
Κοντεύει Πάσχα.. έφτασε, κι έχει πολλά να κάνει,
πολλές δουλειές, καθαρισμούς, κι η μέρα δεν του φτάνει.
Λογάριαζε και πόσα αυγά, θέλει να παραγγείλει,
και για τα κουλουράκια του, για να αγοράσει ύλη.
Κοίταζε, ξανακοίταζε, καμάρωνε.. και πάλι,
γιατί η καθαριότητα, είναι δουλειά μεγάλη.
Θέλει κι ο κήπος σκάλισμα, και βάψιμο οι παλέτες,
ο φράχτης με τα κρίνα του, τα γιούλια, τσι βιολέτες.
Θα ασπρίσει ούλους τσου κορμούς, από το περιβόλι,
και γύρω εκεί στη ρίζα τσους, ασβεστωμένοι σβόλοι.
Και όλα αυτά του κόπου του, έχουν τη σημασία,
για αυτόν είναι απαραίτητη, η προετοιμασία.
Μεγαλοβδόμαδο έρχεται, και η άνοιξη ανθίζει,
αν δεν υπάρχει η διαφορά, έτσι δεν νοστιμίζει.
Για αυτό αυτός ο κόπος του, για αυτό και δίνει αγώνα,
Άγιες μέρες έρχονται, και αλλάζει την εικόνα.
Εε ρε τι κάνει ο άνθρωπος, τι λένε τα μυαλά του,
το σπίτι και ο περίγυρος, να βάλει τα καλά του.
Να είναι όλα καθαρά, και μοσχοβολισμένα,
παρτέρια, γλάστρες και βραγιές, λουλούδια ανθισμένα.
Παλιές συνήθειες αυτές, μπορεί.. ίσως και τώρα,
σαν του Ανέστη την αυλή, θέλω να δω τη χώρα.
Ασβεστωμένα, καθαρά, με σέστο και οι κάδοι,
να μην υπάρχει πουθενά, τση αμελιάς σημάδι.
Σαν τον πανσέ, το Πάσχα μου, κι εγώ το περιμένω,
την ώρα στη Ανάστασης, μ’ ένα κερί αναμμένο.
Και να ευχηθώ στον άνθρωπο, που τα ‘λαμψε με ασβέστη,
αυτόν που ‘χω παράδειγμα.. φίλε Χριστός Ανέστη.!!!